Ένα Κόσμημα στην Καρδαμύλη

Δύο χρόνια πριν είχα γνωρίσει το έργο του συγγραφέα μέσα από την έκθεση “Ghika-Craxton-Leigh Fermor: Η Γοητεία της Ζωής στην Ελλάδα”. Μου είχε τότε κάνει εντύπωση η γεμάτη συναίσθημα προσέγγιση της ελληνικής ζωής από έναν Βρετανό συγγραφέα και η στενή φιλία που είχε αναπτύξει με τον καλλιτέχνη Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα. Μία φιλία η οποία μέτρησε περίπου 50 χρόνια και κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής τους. Στην έκθεση εκείνη είχα απορροφηθεί από το πώς οι τόποι και οι κατοικίες των ανθρώπων αυτών στην Ελλάδα διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη δημιουργική τους πορεία. Εκεί έμαθα πως η οικία του Patrick Leigh Fermor και της συζύγου του Joan, στην Καρδαμύλη Μεσσηνίας, είχε δωρηθεί στο Μουσείο Μπενάκη, με σκοπό να αποτελέσει το 9ο παράρτημα του μουσειακού οργανισμού. Ανυπομονούσα να επισκεφθώ τον τόπο εκείνο για να αφουγκραστώ τα συναισθήματα που απέπνεε στον αγαπητό συγγραφέα.

Φέτος τον Ιούλιο λοιπόν, ολοκληρώθηκαν οι απαραίτητες εργασίες επισκευής μιας από τις “σημαντικότερες δωρεές που παρέλαβε το Μουσείο Μπενάκη”, προκειμένου το κληροδότημα να χρησιμοποιείται για τους σκοπούς του μουσείου, ως κέντρο εκπαιδευτικού χαρακτήρα, για φιλοξενία ερευνητών και για επισκέψεις από το κοινό, σύμφωνα με την επιθυμία των δωρητών.

Με αφορμή το “άνοιγμα” του μουσείου στο κοινό προγραμμάτισα λοιπόν τις καλοκαιρινές μου διακοπές στην Καρδαμύλη. Κι έτσι, με την πρώτη ευκαιρία, επισκέφθηκα το σπίτι-θησαυρό του Patrick Leigh Fermor. O “Paddy” είναι για τον κόσμο ένας από τους σημαντικότερους ταξιδιωτικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα και για τους Έλληνες είναι επιπλέον ήρωας πολέμου, καθώς έπαιξε ενεργό ρόλο στη Μάχη της Κρήτης. Στα γλαφυρά του κείμενα διαβάζουμε τη συναισθηματική γλώσσα του που προσθέτει στη σημασία του κάθε τόπου, με μια λογοτεχνική περιγραφή που διανθίζεται από στοιχεία της τοπικής ιστορίας και μυθολογίας.

Δεν είμαι ειδική στη λογοτεχνία για να μπορώ να μιλήσω πιο αναλυτικά για τον τρόπο γραφής του Paddy, όμως μπορώ να πω πως το γράψιμό του με έχει συνεπάρει. Διαβάζοντας τη “Μάνη” ταξίδεψα πίσω στο χρόνο, έμαθα για την ιστορία, τους μύθους, τις παραδόσεις και φαντάστηκα τον τόπο εκείνο με τη μοναδική φυσική ομορφιά, όπως ήταν την περίοδο του ’50, μέσα από τα περιγραφικά κείμενα του συγγραφέα και τις φωτογραφίες της συντρόφου του, Joan. Στο βιβλίο του αυτό, που είναι αφιερωμένο στην Joan, “αποτυπώνονται με θαυμασμό οι εμπειρίες που αποκόμισε από τη Μάνη και φυσικά “η αγάπη του για την Ελλάδα”. Η αγάπη του για τη χώρα μας είναι ξεκάθαρη σε αυτά του τα λόγια: “Το καθετί στην Ελλάδα σε απορροφά και σε ανταμείβει. Δύσκολα συναντάς βράχο ή ποτάμι που να μην έχει τη δικιά του μάχη, ή ένα μύθο, ένα θαύμα, ένα λαϊκό ανέκδοτο, ή μια πρόληψη̇ κι οι συζητήσεις και τα περιστατικά, που όλα τους σχεδόν είναι παράξενα ή αξιομνημόνευτα, πληθαίνουνε σε κάθε βήμα στο δρόμο του ταξιδιώτη”.

Με αφορμή το “άνοιγμα” του μουσείου στο κοινό προγραμμάτισα λοιπόν τις καλοκαιρινές μου διακοπές στην Καρδαμύλη. Κι έτσι, με την πρώτη ευκαιρία, επισκέφθηκα το σπίτι-θησαυρό του Patrick Leigh Fermor.

Τα εγκάρδια συναισθήματά του για την Ελλάδα αποτυπώθηκαν στο σπίτι του στην Καρδαμύλη. Μετά από πολλά οδοιπορικά στη χώρα, από το βορρά έως το νότο, από το 1945 έως τις αρχές του 1960, αναζητούσε “το τέλειο καταφύγιο, άσυλο ή ερημητήριο για να εγκατασταθεί και να γράψει για […] το ανήσυχο και αρκετά συναρπαστικό κυνήγι του ακατόρθωτου, […] για τις πραγματικές, […] τις δευτερεύουσες διαδρομές και τις περιπλανήσεις”. Το “τέλειο καταφύγιο” γι’ αυτόν βρέθηκε στην περιοχή της Μεσσηνιακής Μάνης (“Έξω Μάνη” για τους ντόπιους), όπου ανακάλυψε τον “παράδεισο-καταφύγιό” του.

Στη “Μάνη” (πρώτη έκδοση: 1958) ο Leigh Fermor είχε ήδη περιγράψει την Καρδαμύλη ως “διαφορετική απ’ όλα τα χωριά που είχα δει στην Ελλάδα. Αυτά τα χτισμένα με χρυσαφένιες πέτρες σπίτια, με τους μεσαιωνικούς τους πυργίσκους, έμοιαζαν με μικρά κάστρα. Πάνω τους πρόβαλλε μια όμορφη εκκλησιά. Τα βουνά έπεφταν απότομα, μέχρι σχεδόν κάτω στην ακρογιαλιά.[…] Σε πολλά κατώφλια βρισκόντουσαν πιθάρια για λάδι, μεγάλα σαν κι εκείνα που βρεθήκανε, με τις ανασκαφές, στο παλάτι του Μίνωα”.

Μία μέρα, στα τέλη του Ιουνίου του 1962, ο Paddy πήγε μ’ έναν φίλο του με αυτοκίνητο στην Καλαμάτα και “έπειτα από μία ώρα […] δύο χιλιόμετρα νότια της Καρδαμύλης”, αντίκρισε μια χερσόνησο “που κατέληγε σε δαντελωτές παραλίες, κατάφυτη με ελιές και κυπαρίσσια […] Μπροστά της ανοίγεται μια σαρωτική θαλάσσια καμπύλη, οριοθετημένη από τους δύο κάβους, που στη δεξιά πλευρά του ενός, προς τη δύση, υψώνεται το νησάκι με το κάστρο του σχεδόν πεντακόσια μέτρα από την ακτή, όμορφα και δραματικά τοποθετημένο. Ο ήλιος είναι ορατός ως το τελευταίο αγκομαχητό του. Στο πίσω μέρος της, η χερσόνησος ανηφορίζει δασωμένη για να συγχωνευθεί με μια μεγάλη κυκλική έκταση από γκρίζο και πορτοκαλί βράχο, ραβδωμένη και πτυχωμένη σαν τα βουνά του Λεωνιδίου, που αναδίνει, όπως εκείνα, πορφυρές ανταύγειες το ηλιοβασίλεμα. Από τις ψηλές σχισμές της ξεχωρίζει κανείς φευγαλέα τις κορυφές του Ταΰγετου. Τίποτε όμως δεν εμποδίζει ή πνίγει το μάτι. […] Μόνο βράχια, δέντρα, βουνά και θάλασσα”.

Το συμβόλαιο υπογράφηκε τον Μάρτιο του 1964. Εκεί, στη μαγική Καρδαμύλη, έχτισε με πέτρα, καταθέτοντας προσωπικό κόπο και ιδέες, “το ομορφότερο σπίτι της Πελοποννήσου”. Ο συγγραφέας με τον αρχιμάστορα συγκέντρωσαν μια ομάδα πετράδων και οικοδόμων και επεξεργαζόταν τα σχέδια του σπιτιού με τον αρχιτέκτονα Νίκο Χατζημιχάλη, διαβάζοντας και μαθαίνοντας “ό,τι ήταν δυνατό από τα κτίσματα της Μάνης”. Ο Γκίκας έδινε συμβουλές για τον σχεδιασμό. Όλα τα υλικά μεταφέρονταν στο χώρο με μουλάρι. Ο Paddy και η Joan κατά τη μακρά διαδικασία του χτισίματος έμεναν σε μια σκηνή στο χώρο της οικοδομής ή νοίκιαζαν δωμάτια στο χωριό. “Το αποτέλεσμα ήταν ένα αριστούργημα φτιαγμένο στα μέτρα του Paddy και της Joan. Εκείνος έλεγε πως, όταν το σπίτι τελείωσε, κάπως έμοιαζε, σαν να έστεκε από πάντα εκεί ανάμεσα στις ελιές και στα κυπαρίσσια. […] Το μέτρο της επιτυχίας του Paddy ήταν η χαρά που ενέπνεε το τελειωμένο σπίτι στους επισκέπτες του.”

Το 1969 κατασκευάστηκε ένα στούντιο έξω από το σπίτι για να μπορεί να εργάζεται απερίσπαστος, μιας και το σπίτι ήταν συχνά γεμάτο φίλους και επισκέπτες. Το βιβλίο των επισκεπτών περιέχει πλήθος ονομάτων από ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, και από μέλη της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας. Ο Γκίκας έφερνε μαζί του τον εξοπλισμό ζωγραφικής και σχεδίαζε στη γύρω περιοχή, ενώ επίσης έβαζε το προσωπικό του στίγμα σε αρχιτεκτονικά μέλη του σπιτιού.

Το κτήριο του ‘69, που λειτουργεί πλέον σαν ξενώνας, “έγινε πηγή χαράς και ο ξεχωριστός χώρος της δουλειάς του. Εδώ ασχολιόταν με την αλληλογραφία του […], εδώ έγραφε τα βιβλία του, τα διόρθωνε, ονειρευόταν και έπαιζε παιχνίδια με λέξεις”. Ο Paddy ανέφερε: “Επιτέλους, τα βιβλία μιας ζωής μπορούσαν να μαζευτούν όλα κάτω από μία στέγη. […] Έτσι λοιπόν τα ράφια που εγκαταστήσαμε προσεκτικά γέμισαν γρήγορα με λεξικά ξένων γλωσσών, διάφορα άλλα λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, ευρετήρια, βιβλιογραφίες, τους κλασικούς της Loeb, τις εκδόσεις της Pléiade, τα βοηθήματα της Οξφόρδης, τις ιστορίες του Cambridge, ανθολογίες, βιβλία για τη ζωγραφική, τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική, τα πουλιά, τα ζώα, τα ψάρια, τα ερπετά, τα φυτά, τα δέντρα και τα άστρα και όλα έμοιαζαν τέλεια”.

Διαπιστώνοντας κατά την επίσκεψή μου πως οι περιγραφές του Leigh Fermor εξακολουθούν να απεικονίζουν σήμερα το περιβάλλον στο οποίο έζησε έως το τέλος της ζωής του, επέλεξα να παραθέσω στο άρθρο αυτό λόγια δικά του και των φίλων του, καθώς τίποτα δεν μπορεί να σκιαγραφήσει καλύτερα την οικία αυτή. Χαίρομαι πολύ που ο νέος χώρος του Μουσείου Μπενάκη έχει ανακαινιστεί άρτια, είναι επισκέψιμος από το κοινό και είναι έτοιμος να φιλοξενήσει στους 9 μήνες του χρόνου ανθρώπους του πνεύματος που αναζητούν ησυχία και έμπνευση για να δημιουργήσουν.

Αξίζει να επισκεφθείτε την πανέμορφη αυτή οικία. Ξεναγήσεις και οργανωμένες επισκέψεις πραγματοποιούνται κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο, στις 11:00 π.μ. Μην παραλείψετε όμως πρώτα να συνεννοηθείτε για την επίσκεψή σας στη διεύθυνση: leighfermorhouse@benaki.gr ή στο τηλέφωνο 210 3671090, από Δευτέρα έως Πέμπτη. Επιπλέον, είναι χρήσιμο να αναφερθεί πως από το καλοκαίρι του 2020 θα διατίθεται προς ενοικίαση κατά τους θερινούς μήνες.

Πηγές:

  • Εβίτα Αράπογλου, επιμ. «Γκίκας-Craxton-Leigh Fermor: Η Γοητεία της Ζωής στην Ελλάδα», Λεβέντειος Πινακοθήκη, 2017
  • Patrick Leigh Fermor, μτφρ. Τζαννής Τζαννετάκης, «Μάνη», Εκδόσεις Κέδρος, 1972

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
pARTicle
pARTicle

Η Αγγελική Ντούρου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1984. Το 2006 ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο τμήμα Συντήρησης Αρχαιοτήτων & Έργων Τέχνης στο ΤΕΙ Αθηνών. Το 2008 απέκτησε το μεταπτυχιακό δίπλωμα MSc Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Εδιμβούργου, με εξειδίκευση στην Εκτίμηση Έργων Τέχνης. Έχει εργαστεί ως συντηρήτρια αρχαιοτήτων και έργων τέχνης στο Υπουργείο Πολιτισμού και στο Μουσείο Μπενάκη και ως ιστορικός τέχνης στο Ίδρυμα Σύγχρονης Τέχνης ΔΕΣΤΕ. Είναι εγγεγραμμένη στον κατάλογο Πραγματογνωμόνων-Εκτιμητών Έργων Τέχνης του Πρωτοδικείου Αθηνών και τακτικό μέλος του Συλλόγου Εκτιμητών Ελλάδος (Σ.ΕΚ.Ε.) και της Εταιρείας Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης (Ε.Ε.Ι.Τ.). Έχει επιμεληθεί εκθέσεις τέχνης και σεμινάρια ιστορίας τέχνης και εκτίμησης έργων τέχνης στο Μουσείο Ηρακλειδών, κ.α. Σήμερα εργάζεται ως Πιστοποιημένη Εκτιμήτρια Έργων Τέχνης (MRICS) και ως Σύμβουλος Τέχνης. Παρακολουθεί ανελλιπώς την αγορά τέχνης και τις εφαρμογές των επιστημών στην τέχνη, ενώ απολαμβάνει να επισκέπτεται καλλιτεχνικές εκθέσεις και να μελετάει την ιστορία και τη θεωρία της τέχνης. Μοιράζεται μαζί μας τα #MustSee του μήνα μέσα από τη στήλη της "pARTicle".

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER