Κινδυνεύει η Ελλάδα από Υπερτουρισμό;

Πριν κάποιους μήνες, κάτοικοι του Κουκακίου καλούσαν συμπολίτες τους να δώσουν το παρών στην εκδίκαση αγωγής που είχαν υποβάλει εναντίον ιδιοκτητών που χρησιμοποιούν τη βραχυχρόνια μίσθωση. “Όλοι μαζί να στηρίξουμε την πρώτη αγωγή που γίνεται ενάντια σ’ αυτήν την ανεξέλεγκτη λαίλαπα”, έγραφαν χαρακτηριστικά σε σχετικό φυλλάδιο. Τον Φεβρουάριο πραγματοποιήθηκε “μοτοπορία αντιπληροφόρησης” από 30 μηχανάκια στις περιοχές Πετραλώνων-Θησείου-Κουκακίου, με θέμα “την τουριστικοποίηση και την αύξηση των ενοικίων”. Μέσα ενημέρωσης κάνουν λόγο για μετατροπή της Αθήνας σε “αποικία τουριστών” – άλλοι αντιλέγουν ότι μια οικονομία που εξαρτάται από τον τουρισμό στο βαθμό που εξαρτάται από τον τουρισμό η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να στέλνει τους επισκέπτες “σπίτι τους”.

Από την οπτική γωνία των τελευταίων, είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς την επίδραση του τουρισμού με αρνητικό πρόσημο. Ο τουρισμός, ιδιαίτερα αυτός που αφορά ξένους επισκέπτες, αποτελεί κατεξοχήν εξωστρεφή δραστηριότητα, φέρνει ζεστό χρήμα στην οικονομία, δημιουργεί θέσεις εργασίας και επιχειρηματικές ευκαιρίες και υπήρξε σανίδα σωτηρίας στη διάρκεια της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης. Αποτελεί λοιπόν ζητούμενο ο κλάδος αυτός να αξιοποιηθεί ακόμη πιο εντατικά τα επόμενα χρόνια. Και όμως, ακόμα και στην περίπτωση της Ελλάδας, το φαινόμενο του “υπερτουρισμού” ή ο τουρισμός στην… υπερβολή του, που έχει αρχίσει να συζητιέται ολοένα και πιο συστηματικά τόσο στη δημόσια σφαίρα όσο και στο διεθνή ακαδημαϊκό διάλογο, αποτελεί πρόκληση, την οποία πρέπει εγκαίρως να αντιμετωπίσουμε για να μη μετατραπεί η απίστευτη αυτή ευκαιρία σε παγίδα.

Τι Είναι ο Υπερτουρισμός;

Σε έκθεση που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού (TRAN) της Ευρωβουλής και δόθηκε στη δημοσιότητα τον Οκτώβριο, ο “υπερτουρισμός” διαφοροποιείται από το φαινόμενο του συνωστισμού. Πρόκειται για ευρύτερο και πιο σύνθετο φαινόμενο. Σύμφωνα με τους ερευνητές, ο όρος υπερτουρισμός περιγράφει καταστάσεις κατά τις οποίες “ο αντίκτυπος του τουρισμού, σε ορισμένες χρονικές στιγμές και σε ορισμένες τοποθεσίες, υπερβαίνει τα όρια φυσικής, οικολογικής, κοινωνικής, οικονομικής, ψυχολογικής ή/και πολιτικής ικανότητας” ενός προορισμού. Αυτός ο αρνητικός αντίκτυπος έχει λοιπόν μια σειρά από πρόσωπα.

Υπάρχει ο αντίκτυπος στις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων, μέσα από την πρόκληση οικονομικών ανισοτήτων και κοινωνικού αποκλεισμού. Τι συμβαίνει παραδείγματος χάριν όταν η επέλαση του Airbnb ή μιας αντίστοιχης πλατφόρμας οδηγεί τα ενοίκια ακινήτων σε μια περιοχή στον ουρανό, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να χρειάζεται να εκτοπιστούν; Τι γίνεται όταν το κόστος ζωής αυξάνεται εκθετικά σε σύντομο χρονικό διάστημα; Τι συμβαίνει όταν οι δημόσιες υποδομές, όπως τα μέσα μεταφοράς, αδυνατούν να ανταποκριθούν στην αυξημένη ζήτηση;

Υπάρχει φυσικά και ο αντίκτυπος στο περιβάλλον: η ανεξέλεγκτη τουριστική ανάπτυξη μπορεί να προκαλέσει ρύπανση, να κάνει ζημιά στα τοπία, στις θάλασσες, στην ποιότητα του αέρα και των υδάτων, να φέρει τα επίπεδα της ηχορύπανσης σε ζημιογόνα επίπεδα για κατοίκους και επισκέπτες ή να οδηγήσει σε ποσότητες απορριμμάτων που δεν είναι διαχειρίσιμες από τις υφιστάμενες υποδομές του εκάστοτε προορισμού.

Κι αν αντιτάξει κάποιος ότι δεν πειράζει, τα οφέλη της τουριστικής ανάφλεξης είναι τόσα πολλά και τόσο σημαντικά που τα αρνητικά αυτά επακόλουθα είναι δευτερεύουσας σημασίας, τότε δεν αντιλαμβάνεται πόσο αλληλένδετες είναι όλες αυτές οι διαφορετικές πτυχές ενός προορισμού μεταξύ τους. Ο υπερτουρισμός μπορεί να θέσει την ίδια την ελκυστικότητά του ως προορισμού υπό αμφισβήτηση, υπονομεύοντας την ποιότητα του φυσικού, πολιτιστικού και αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος, προκαλώντας σοβαρή ζημιά στην εμπειρία του επισκέπτη και πλήττοντας την αυθεντικότητα μιας περιοχής. Το δε αντί-τουριστικό κλίμα που μπορεί να δημιουργηθεί από την πλευρά τοπικών κοινοτήτων δηλητηριάζει κι αυτό με τη σειρά του την επίσκεψη.

Υπό μία έννοια, το φαινόμενο του υπερτουρισμού μπορεί να διορθωθεί από μόνο του: οι επισκέπτες βιώνουν μια εμπειρία κατά πολύ υποδεέστερη σε σχέση με αυτό που προσδοκούσαν, οι εντυπώσεις τους σύντομα κάνουν το γύρω του διαδικτύου, και με την ίδια ταχύτητα που ο προορισμός “μπήκε” στον παγκόσμιο χάρτη μπορεί να βρεθεί εκτός. Η διόρθωση όμως συχνά είναι απότομη και η ζημιά που έχει στο μεταξύ συντελεστεί, τόσο σε επίπεδο εικόνας του προορισμού, όσο και σε επίπεδο ποιότητάς του, είναι δύσκολο και δαπανηρό να διορθωθεί.

Η Περίπτωση της Σαντορίνης

Δεν είναι τυχαίο ότι η έκθεση της Ευρωβουλής για τον υπερτουρισμό στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω έχει στο εξώφυλλό της μια φωτογραφία από τη Σαντορίνη. Σύμφωνα μάλιστα με τα ευρήματά της, και σε αντίθεση με την εικόνα που παρουσιάζουν συχνά τα μέσα ενημέρωσης, κάποιοι από τους πιο ευάλωτους προορισμούς είναι παραθαλάσσια θέρετρα, νησιά και αγροτικές περιοχές, και όχι αποκλειστικά τα αστικά κέντρα. Στην έκθεση παρουσιάζονται συνολικά 41 case studies από τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, με την Ελλάδα να… εκπροσωπείται από τη Σαντορίνη.

Αναφέρονται συγκεκριμένα κάποιες από τις αρνητικές επιδράσεις που έχει ο τουρισμός στο νησί, όπως ο εξαιρετικά υψηλός αριθμός κρουαζιερόπλοιων, η επίδραση στο περιβάλλον, η εξάπλωση επισκεπτών σε κάθε διαθέσιμο κατάλυμα ακόμη και σε οικιστικές γειτονιές, η κυκλοφοριακή συμφόρηση, όπως και η συμφόρηση στις δημόσιες συγκοινωνίες, αλλά και τα παράπονα που κάνουν τουρίστες για άλλους τουρίστες. Οι δυσάρεστες επιπτώσεις του συνωστισμού είναι σαφώς πιο αισθητές κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής σεζόν, όμως κάποιες απ’ αυτές αναφέρεται ότι έχουν μακροχρόνια επίδραση στο νησί και την κοινότητά κατοίκων του.

Ο υπερτουρισμός μπορεί να θέσει την ίδια την ελκυστικότητά του ως προορισμού υπό αμφισβήτηση, υπονομεύοντας την ποιότητα του φυσικού, πολιτιστικού και αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος, προκαλώντας σοβαρή ζημιά στην εμπειρία του επισκέπτη και πλήττοντας την αυθεντικότητα μιας περιοχής.

Πέρα όμως από τις αρνητικές εντυπώσεις με τις οποίες κινδυνεύει να μείνει ο επισκέπτης εξαιτίας του υπερτουρισμού, υπάρχει και μια άλλη πτυχή του φαινομένου που έχει ενδιαφέρον: οι ολοένα και χειρότερες συνθήκες διαβίωσης για τους επαγγελματίες του χώρου -από τις καμαριέρες, στους σερβιτόρους, στους μάγειρες, στους παρόχους εμπειριών κ.ο.κ.-, για τους οποίους το κόστος ζωής κατά τη διάρκεια της σεζόν είναι ιδιαίτερα φουσκωμένο, αν συνυπολογίσει κανείς κόστη μετακίνησης, φαγητού και διαμονής. Την ίδια στιγμή, οι επιλογές για τη διαμονή τους είναι εξαιρετικά περιορισμένες -άλλωστε οποιοδήποτε κατάλυμα μπορεί να νοικιαστεί μέσω Airbnb σε τουρίστες θα νοικιαστεί σε τουρίστες- και ο χρόνος μετακίνησης από και προς το χώρο εργασίας τους παρατεταμένος.

Ως αποτέλεσμα, οι πιο καταρτισμένοι εξ αυτών δεν αποκλείεται να διαλέξουν έναν άλλο προορισμό ή να ζητήσουν υψηλότερες απολαβές, πιέζοντας προς τα πάνω τις τιμές του νησιού, οι οποίες όμως δεν αντικατοπτρίζουν πια μια αύξηση στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών από χρόνο σε χρόνο, αλλά το κόστος του υπερτουρισμού.

Υπάρχουν Λύσεις;

Είναι σαφές ότι ένας απ’ τους λόγους που κάποιοι προορισμοί μπλέκουν στα επικίνδυνα μονοπάτια του υπερτουρισμού και άλλοι ακολουθούν μια πορεία βιώσιμης ανάπτυξης εξαρτάται από τον σχεδιασμό που προηγήθηκε σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και κεντρικού κράτους.

Από πλευράς δημόσιας πολιτικής, μέτρα που κατανέμουν τον τουρισμό ενός προορισμού, είτε γεωγραφικά -αξιοποιώντας την υφιστάμενη ζήτηση και διοχετεύοντάς την μερικώς σε άλλους, κοντινούς αλλά αναπτυσσόμενους προορισμούς- είτε εποχικά -σε μια πιο παρατεταμένη σεζόν που περιορίζει το συνωστισμό του καλοκαιριού- είτε τέλος θεματικά -προσφέροντας εναλλακτικές στο επικρατές μοτίβο του τουρισμού που ανήκει στην κατηγορία “ήλιος-θάλασσα”- μπορούν να ανακουφίσουν τον υπερτουρισμό πριν να είναι πολύ αργά.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπάρχουν περιθώρια να παίξουν ρόλο σε τέτοιες προσπάθειες και συμπράξεις του ιδιωτικού με το δημόσιο τομέα, με μεγάλες αλλά και μικρότερες επιχειρήσεις που επωφελούνται από την ποιοτική, βιώσιμη ανάπτυξη ενός προορισμού να συνεργάζονται με τις αρχές ή να δρουν παράλληλα με αυτές, αθροίζοντας δυνάμεις, πιέζοντας για την υιοθέτηση μέτρων πολιτικής που θα θέσουν ένα σωστότερο πλαίσιο, και παίρνοντας και οι ίδιες πρωτοβουλίες που βελτιώνουν τις συνθήκες που διαμορφώνονται.

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
Founder & Editor
Founder & Editor

Η Μαριάννα Σκυλακάκη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1987. Σπούδασε Oικονομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Bristol και κατέχει μεταπτυχιακό στη Δημόσια Διοίκηση (MPA in Public Policy & Management) από τo London School of Economics. Ξεκίνησε την καριέρα της στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε ως αναλυτής στο τμήμα επενδυτικής τραπεζικής της Goldman Sachs για 3 χρόνια. Επέστρεψε στην Αθήνα και ίδρυσε την καθημερινή ηλεκτρονική εφημερίδα αθηΝΕΑ το 2014. Αρθρογραφεί στον ελληνικό τύπο (Φιλελεύθερος, Huffington Post, Liberal, Free Sunday κ.ά.) και εμφανίζεται τακτικά στην τηλεόραση ως πολιτική και οικονομική αναλύτρια. Εργάζεται παράλληλα ως σύμβουλος σε θέματα οικονομικών και δημόσιας διοίκησης. Αγαπά το διάβασμα, τα κοντινά και μακρινά ταξίδια, και τις ζωηρές πολιτικές συζητήσεις.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER