Το Καφενείο της Μουριάς Είναι το Πνεύμα του Τόπου

Καφενείο Μουριά

Η υπόθεση της Μουριάς, του ιστορικού καφενείου στα Εξάρχεια, έγινε αφορμή για να αναρωτηθούμε τι κάνει μια πόλη πραγματικά δική μας. Όταν τα στέκια που φιλοξενούν τις καθημερινές μας διαδρομές αντικαθίστανται από χώρους που θα μπορούσαν να βρίσκονται οπουδήποτε στον κόσμο, μήπως χάνεται μαζί τους και το πνεύμα ενός τόπου;

«Μπορείτε να υπογράψετε; Είναι για το καφενείο της φίλης μου της Αρετής». Η Άννα μας έστειλε το link στην ομαδική συνομιλία και ήξερα τι αφορούσε προτού το ανοίξω: Η επιμελημένη «φούσκα» μου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παλλόταν τις τελευταίες ημέρες από την είδηση ότι το καφενείο της Μουριάς, που τα τελευταία 111 χρόνια βρίσκεται στην γωνία Χαριλάου Τρικούπη με Καλλιδρομίου, καταφύγιο γενεών και γενεών φύσει και δυνάμει Εξαρχειωτών, επρόκειτο να κλείσει.

Το link που μας έστειλε η Άννα παρέπεμπε σε μια πλατφόρμα συλλογής υπογραφών και απαιτούσε 50.000 υπογραφές για να σταλεί στο Υπουργείο Πολιτισμού, αίτημα διάσωσης του καφενείου και της χρήσης του. Τη στιγμή που ξεκινούσα να συμπληρώσω τα στοιχεία μου, είχαν ήδη υπογράψει πριν από εμένα 4.692 άτομα.

Όσο συμπλήρωνα τη φόρμα, οργάνωνα τα επιχειρήματά μου στον αντίλογο: «Βέβαια, δικό του είναι το μαγαζί, ό,τι θέλει το κάνει, λογαριασμό θα μας δώσει; Θα του πούμε εμείς τι θα το κάνει;» και σκεφτόμουν στη θέση της Μουριάς ένα καφέ με πάγκο από ίνοξ, αντί για τις πολύχρωμες καρέκλες της σκαμπό σουηδικής προέλευσης, αντί για τα τηγανητά κεφτεδάκια cheesecake και ροφήματα με γάλα βρώμης.

Όμορφα είναι όλα αυτά, ποιο είναι, λοιπόν, το πρόβλημα;

Είναι ο τουρισμός; Είναι το Aibnb; Όχι σε αυτή την περίπτωση, ούτε καν. Κανένας τουρίστας ποτέ δεν ένιωσε συγκίνηση ξαποσταίνοντας με ένα macha από το ανέβασμα της Ασκληπιού – ακόμη κι αν οι επιλογές του είναι σήμερα άφθονες. Το πρόβλημα είναι η κυριαρχία μιας αισθητικής που αδιαφορεί για αυτό που οι αρχιτέκτονες ονομάζουν «το πνεύμα του τόπου» και, εκτός από τα ειδικά χαρακτηριστικά του, όπως το κλίμα και τη γεωγραφία του, περιλαμβάνει τις ρουτίνες των κατοίκων του, τις διαδρομές τους και στα σημεία αναφοράς τους. Τα στέκια, δηλαδή, συναποτελούν και αυτά το πνεύμα του τόπου.

Τα καφενεία γίνονται cafe, τα ποτάδικα γίνονται cocktail bar και οι κινηματογράφοι… τίποτα.

Όσο η αναζήτηση του «αυθεντικού» γίνεται εμμονή των απανταχού ταξιδιωτών, με έναν παράδοξο τρόπο παράγονται διαρκώς χώροι που μοιάζουν να έχουν εφαρμόσει το ίδιο «φίλτρο», μιλώντας με όρους Instagram. Μπαίνεις σε ένα καφέ στην Αθήνα και, όσο παραγγέλνεις, είσαι ταυτόχρονα στην Κοπεγχάγη, στο Βερολίνο, στο Μπρούκλιν και στο Τόκιο: οι κούπες είναι ίδιες-κεραμικές, τα φυτά είναι ίδια-καταπράσινα, τα μπισκότα είναι ίδια-με βρώμη και κάπου μέσα στον χώρο υπάρχει αυτό το ίδιο σκληρόδετο βιβλίο. Δεν είναι αστείο, όντως συμβαίνει.

Και πρώτα –αλλά όχι μόνα– θύματα της τάσης είναι οι επιχειρήσεις σαν τη Μουριά, που αντικαθίστανται από προσωρινά (insta-)φωτογενείς χώρους. Έτσι, τα καφενεία γίνονται cafe, τα ποτάδικα γίνονται cocktail bar και οι κινηματογράφοι… τίποτα.

Καφενείο Μουριά

Τις προάλλες, κατηφορίζοντας την Πανεπιστημίου, περνώντας έξω από το πρώην κινηματογράφο Ιντεάλ, γυρίσαμε σχεδόν αντανακλαστικά το κεφάλι μας για να διαβάσουμε για πολλοστή φορά την ανακοίνωση «Ο κινηματογράφος θα παραμείνει κλειστός λόγω ανοικοδόμησης».

Η ιστορία είναι σε γενικές γραμμές παρόμοια: ο κινηματογράφος Ιντεάλ, παρόλο που η χρήση του είχε χαρακτηριστεί διατηρητέα, έκλεισε τον Μάιο του 2023 όταν το κτίριο που τον φιλοξενούσε αγοράστηκε για να φιλοξενήσει επένδυση ξενοδοχείου. Η επένδυση δεν προχώρησε, το κτίριο και η κινηματογραφική αίθουσα παραμένουν σφραγισμένα ενόσω αναζητούνται και δημοσιεύονται συμβιβαστικές λύσεις ανάμεσα στον επενδυτή και την απόφαση του Υπουργείου Περιβάλλοντος περί διατηρητέας χρήσης κι εμείς, κάθε φορά που περνάμε απέξω νοσταλγούμε τα βαθιά μπλε καθίσματά του στα οποία «χωνόσουν μέσα με τα ποπ κορν σου και ήταν σαν να ήσουν στον καναπέ σου, αλλά με κάπως μεγαλύτερη οθόνη».

Καφενείο ΜουριάΗ Μουριά και το Ιντεάλ, ανάμεσα σε δεκάδες παραδείγματα, αποτελούν ίχνη μιας πόλης που παραμένει ειλικρινής, που διατηρεί μια σχέση διαλλακτική με τους κατοίκους της και δεν «επιβάλλεται», δεν έρχεται με το έτσι θέλω. Παράλληλα, υπογραμμίζουν το γεγονός ότι η ουσία της πόλης βρίσκεται στη συμβίωση και ο κάθε ιδιοκτήτης, ο κάθε ένοικος της πόλης, έχει μια άτυπη υποχρέωση απέναντί της: να τη διαφυλάξει όσο την κατοικεί και να την παραδώσει στην ίδια –αν όχι σε βελτιωμένη– κατάσταση στους επόμενους ενοίκους.

Όσο το ιδιωτικό αδιαφορεί για το συλλογικό, όσο ο συλλογικός ρυθμός διαταράσσεται για να ικανοποιήσει την ατομική φαντασίωση, τόσο οι πόλεις θα γίνονται όλο και λιγότερο φιλόξενες.

Η Μουριά εκτός από τον μπαμπά της Αρετής, με κάποιο τρόπο ανήκει σε όλους τους κατοίκους των Εξαρχείων και όλους τους περαστικούς της Καλλιδρομίου τα τελευταία 111 χρόνια.

Και όλοι αυτοί οι συνιδιοκτήτες, βρίσκονται τώρα θεατές του μετασχηματισμού της πόλης τους, του δρόμου τους, των καθημερινών τους συνηθειών χωρίς στην πραγματικότητα να κάνουν τίποτα. Μέχρι να κάνουν.

***

ΥΓ. Χθες μάθαμε από τον μπαμπά της Αρετής, τον κ. Χρήστο, ότι δεν εγκρίθηκε η αλλαγή χρήσης και έτσι η Μουριά θα συνεχίσει να ρίχνει τον «ίσκιο» της στη γειτονιά. Μια μικρή νίκη της γειτονιάς – της πόλης μας.

* Τον Μάιο του 2026 ανακοινώθηκε πως πιθανή λύση είναι η κατεδάφιση της αίθουσας και η αντικατάστασή της από δύο μικρότερες που θα λειτουργούν είτε ως χώροι προβολών είτε ως συνεδριακοί χώροι.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ: 

#BraveNewCities: Αστική Ανάπλαση και το Μέλλον των Πόλεων

Βλέπουν το Δέντρο, Χάνουν τη Σκιά

Women-Only: Ποια Ανάγκη Δημιουργεί «Καταφύγια» στον Δημόσιο Χώρο;

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ

Η Αθηνά Ριζοπούλου βρίσκει τις πόλεις συναρπαστικές και από τότε που γεννήθηκε κάνει ό,τι μπορεί για να τις καταλάβει καλύτερα. Σπούδασε Αρχιτεκτονική και σήμερα ασχολείται με τον Σχεδιασμό Επικοινωνίας.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε πρωί!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+