Το Δικαίωμα στην Ψύξη

Το δικαίωμα στην ψύξη

Οι καύσωνες μετατρέπουν την ψύξη από ιδιωτική επιλογή σε ζήτημα δημόσιας υγείας και στην Ευρώπη ανοίγει μια νέα συζήτηση: μπορεί η πρόσβαση στον δροσερό αέρα να αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα;

Θα περιμένατε ένα πολιτικό κόμμα να έχει θέση για τα κλιματιστικά;

Κι όμως, την ώρα που τα επείγοντα νοσοκομείων στη Σεβίλλη γέμιζαν με περιστατικά θερμοπληξίας και στο Παρίσι ηλικιωμένοι αναζητούσαν δροσιά στις δημοτικές «κλιματιζόμενες αίθουσες», τα κόμματα στην Ευρώπη διαφωνούν ακόμη και για το αν η πρόσβαση στην ψύξη αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα ή αν η μαζική εξάπλωση των κλιματιστικών είναι σύμπτωμα ενός λανθασμένου τρόπου αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης.

Την επομένη της ημέρας που καταρρίφθηκε το ρεκόρ υψηλής θερμοκρασίας στη Γερμανία φέτος το καλοκαίρι, ο Marc Bernhard, υπεύθυνος του ακροδεξιού κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD), δήλωσε ότι το κόμμα του δεν θα ανεχθεί πλέον να «θυσιάζονται άνθρωποι στον βωμό» της κυρίαρχης κλιματικής ιδεολογίας, ενώ μόλις έναν χρόνο νωρίτερα, ο εκπρόσωπός του για θέματα υγείας, Martin Sichert, χρέωνε τον «πανικό για τη ζέστη» στην κυβερνητική στάση.

Με τον όρο «κλιματική ιδεολογία», το AfD αναφέρεται στις πολιτικές ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων και γενικότερα στις πράσινες ρυθμίσεις, οι οποίες θεωρεί ότι αποτρέπουν την εγκατάσταση κλιματισμού.

Ενώ στο παρελθόν το AfD και άλλα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα αμφισβητούσαν είτε την έκταση είτε την ανθρωπογενή αιτία της κλιματικής αλλαγής, σήμερα που οι καύσωνες γίνονται ολοένα πιο εμφανείς η άποψη μετατοπίζεται στο «υπάρχει ζέστη, αλλά οι πράσινες πολιτικές την κάνουν πιο επικίνδυνη».

Στη Γαλλία, ο «Εθνικός Συναγερμός» (National Rally) της Marine Le Pen παρουσίασε τον κλιματισμό ως σύμβολο «κοινής λογικής». Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την άποψή της στη φράση «αν κάνει 42 °C, οι άνθρωποι χρειάζονται κλιματισμό, όχι ηθικά μαθήματα».

Ως «ηθικά μαθήματα» εννοεί εκείνα που χρεώνει κυρίως στον πολιτικό της αντίπαπο, τον Jean‑Luc Mélenchon του αριστερού κόμματος «Ανυπότακτη Γαλλία» (La France Insoumise), ο οποίος υποστηρίζει ότι η μαζική εξάπλωση των κλιματιστικών δεν αποτελεί βιώσιμη λύση, γιατί αυξάνει την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, επιβαρύνει τη θερμοκρασία στις πόλεις και αντιμετωπίζει το σύμπτωμα αντί για την αιτία. Θεωρεί ότι ο κλιματισμός είναι πραγματικά αναγκαίος, κυρίως σε νοσοκομεία, δημόσιους χώρους, και την προστασία των ευάλωτων ανθρώπων, όμως επιμένει σε πολιτικές όπως η ενεργειακή ανακαίνιση των κτιρίων, η σκίαση, οι δενδροφυτεύσεις, ο καλύτερος πολεοδομικός σχεδιασμός  – και γενικότερα, σε πολιτικές που αποσκοπούν στον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Άραγε, έχουμε να κάνουμε και εδώ με δύο «στρατόπεδα» – «ναι ή όχι στο κλιματιστικό»;

Το δίλημμα του κλιματιστικού είναι σαφώς απλουστευτικό. Και πώς αλλιώς, όταν η Ευρώπη βίωσε φέτος ένα από τα πιο θανατηφόρα κύματα καύσωνα που έχουν καταγραφεί.

Αν όμως αφήσουμε για λίγο στην άκρη την πολιτική αντιπαράθεση και ακούσουμε ειδικούς της δημόσιας υγείας, διαπιστώνουμε ότι είναι η στιγμή που γεννιέται μια νέα έννοια στη δημόσια συζήτηση: το δικαίωμα στην ψύξη.

Η προτροπή «βάλτε περισσότερα κλιματιστικά» αφήνει αναπάντητο ένα κρίσιμο ερώτημα: από πού θα προέλθει η επιπλέον ενέργεια που θα χρειαστούν;

Η Πολιτική της Προσαρμογής

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης των πόλεων δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά σε τεχνολογικές λύσεις, όπως η μαζική εγκατάσταση κλιματιστικών. Η εκτεταμένη χρήση τους αυξάνει τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας και, όσο αυτή εξακολουθεί να καλύπτεται από ορυκτά καύσιμα, οδηγεί σε περισσότερες εκπομπές CO₂ και ενίσχυση της κλιματικής αλλαγής – με αποτέλεσμα συχνότερους καύσωνες.

Η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα θα επιδεινώσει μακροπρόθεσμα το ίδιο το πρόβλημα που προσπαθεί να αντιμετωπίσει. Γι’ αυτό και η προτροπή «βάλτε περισσότερα κλιματιστικά» αφήνει αναπάντητο ένα κρίσιμο ερώτημα: από πού θα προέλθει η επιπλέον ενέργεια που θα χρειαστούν;

Ωστόσο, με την ανάγκη να παραμείνει ως  κεντρικό αφήγημα της ευρωπαϊκής πολιτικής η μείωση των εκπομπών (mitigation), οι διαδοχικοί καύσωνες –αναγκαστικά– θέτουν στη συζήτηση και το ζήτημα της προσαρμογής (adaptation): πώς θα συνεχίσουν να λειτουργούν οι πόλεις, πώς θα επιβιώσουν οι κάτοικοί τους, σε ένα πολύ θερμότερο κλίμα. Και πώς παράλληλα θα οργανωθούν οι κατοικίες και οι πόλεις ώστε να χρειάζονται λιγότερα συστήματα κλιματισμού, χωρίς να στερούν την προστασία από όσους τη χρειάζονται.

Η κλιματική αλλαγή μοιάζει λοιπόν, εκτός των άλλων, να μεταβάλλει το κοινωνικό συμβόλαιο: ποιες υποδομές θεωρούνται πλέον βασικά δημόσια αγαθά, ποιοι προστατεύονται πρώτοι σε έναν καύσωνα και πώς κατανέμεται το κόστος της προσαρμογής.

Η πρόσβαση στην ψύξη εξελίσσεται σε κοινωνικό δικαίωμα, όπως θεωρείται η θέρμανση τον χειμώνα.

Η συζήτηση αυτή δεν είναι θεωρητική. Έχει ήδη αρχίσει να διατυπώνεται σε ευρωπαϊκούς θεσμούς και οργανισμούς. Η Ευρωπαϊκή Εβδομάδα Βιώσιμης Ενέργειας (EUSEW) δημοσίευσε άρθρο –με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Why Cooling Must Become Europe’s Next Social Right»– στο οποίο υποστηρίζει ότι η δυνατότητα να διατηρεί κάποιος ασφαλή θερμοκρασία στο σπίτι του είναι πλέον ζήτημα ισότητας και δημόσιας υγείας.

Στην πολιτική προσαρμογής στη νέα κλιματική συνθήκη, σε μια Ευρώπη που θερμαίνεται ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο, η προστασία από τη ζέστη είναι σαφές ότι δεν μπορεί να παραμένει ατομική υπόθεση.

Η Φτώχεια της Ψύξης

Όμως, δεν βιώνουν όλοι τον καύσωνα με τον ίδιο τρόπο. Οι πλούσιες γειτονιές έχουν συνήθως περισσότερο πράσινο, καλύτερα μονωμένα σπίτια και ευκολότερη πρόσβαση σε κλιματισμό, ενώ στις φτωχότερες περιοχές οι κάτοικοι είναι πιο πιο εκτεθειμένοι.

Σε μια σχετική έρευνα του 2022 περίπου το 26% των ευρωπαϊκών νοικοκυριών δήλωσε πως δεν μπορούσε να διατηρήσει το σπίτι αρκετά δροσερό το καλοκαίρι, ενώ στα χαμηλότερα εισοδήματα το ποσοστό πλησίαζε το 35%. Δεν είχε να κάνει μόνο με την έλλειψη κλιματιστικού, αλλά και με την ύπαρξη αξιόπιστου ηλεκτρικού δικτύου, την κατάλληλη κατοικία, την πρόσβαση στην υγεία, αλλά και την οικονομική δυνατότητα χρήσης της ψύξης. Η μελέτη εκτιμά ότι σχεδόν 600 εκατομμύρια άνθρωποι βιώνουν υψηλά επίπεδα αυτής της μορφής στέρησης.

Στην πολιτική προσαρμογής στη νέα κλιματική συνθήκη, σε μια Ευρώπη που θερμαίνεται ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο, η προστασία από τη ζέστη είναι σαφές ότι δεν μπορεί να παραμένει ατομική υπόθεση. Και σε αυτή τη συνθήκη ο κλιματισμός είναι τελικά περισσότερο σύμβολο παρά το ίδιο το ζήτημα.

Η πραγματική αντιπαράθεση αφορά το πώς η προστασία από τους καύσωνες και ο σχεδιασμός των πόλεων θα αντιμετωπιστούν ως ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης και δημόσιας υγείας, όπως εδώ και χρόνια συμβαίνει με τη θέρμανση, τις δημόσιες συγκοινωνίες ή την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:

Πότε Ζητήσαμε Τόσο Πλαστικό;

Όταν το «Παράσημο» της UNESCO Γίνεται… Βάρος

Βλέπουν το Δέντρο, Χάνουν τη Σκιά

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

H Δέσποινα Ράμμου διορθώνει και επιμελείται τα κείμενα της αθηΝΕΑς. Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως διευθύντρια σύνταξης στην παιδική έκδοση της Καθημερινής, «Οι Ερευνητές Πάνε Παντού», και ως αρχισυντάκτρια στο περιοδικό GEO. Έχει συνεργαστεί ως επιμελήτρια κειμένων με περιοδικά και εκδοτικούς οίκους. Θεωρεί πως οι ωραίες ιστορίες αξίζει να ειπωθούν τόσο στα παιδιά όσο και στους μεγάλους.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε πρωί!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+