Το Καλοκαίρι που Φωτογραφίζεται πριν Ακόμη Αρχίσει

Τι συμβαίνει όταν οι φωτογραφίες δεν αποτυπώνουν απλώς τις διακοπές, αλλά καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο τις σχεδιάζουμε; Πώς η νέα οικονομία της εικόνας αλλάζει τον τουρισμό.

Λίγο πριν φύγουμε για διακοπές, συμβαίνει κάτι παράδοξο. Ξέρουμε ήδη πού θα σταθούμε. Όχι επειδή έχουμε ξαναβρεθεί εκεί, αλλά επειδή έχουμε ήδη δει τη φωτογραφία. Το λευκό μπαλκόνι της Σαντορίνης, η ξύλινη προβλήτα που χάνεται στο τιρκουάζ νερό, το σοκάκι που οδηγεί στο ηλιοβασίλεμα, η πισίνα που μοιάζει να ενώνεται με το Αιγαίο. Όταν τελικά φτάνουμε στον προορισμό και ανακαλύπτουμε τον τόπο, αναγνωρίζουμε και την εικόνα που έχει ήδη κατοικήσει στη μνήμη μας.

Δεν ξέρω αν αισθάνεστε το ίδιο, αλλά για δεκαετίες οι φωτογραφίες ήταν το τελευταίο κεφάλαιο των διακοπών. Κατέγραφαν μια εμπειρία που είχε ήδη συμβεί. Τις εμφανίζαμε, τις βάζαμε σε άλμπουμ και τις ξαναβλέπαμε χρόνια αργότερα. Σήμερα, η σχέση αυτή μοιάζει να έχει αντιστραφεί. Σε πολλές περιπτώσεις, η εικόνα δεν ακολουθεί πλέον το ταξίδι, αλλά προηγείται και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το σχεδιάζουμε.

Η εικόνα έχει αποκτήσει μια νέα οικονομική, πολιτισμική και κοινωνική αξία. Δεν λειτουργεί μόνο ως ανάμνηση, αλλά ως εργαλείο επιλογής, ως μέσο επικοινωνίας και, ολοένα συχνότερα, ως παράγοντας που καθορίζει τον ίδιο τον σχεδιασμό των τουριστικών εμπειριών.

Οι ταξιδιώτες, εκτός από καταναλωτές υπηρεσιών, είναι και παραγωγοί ψηφιακού περιεχομένου που επηρεάζει τις επιλογές εκατομμυρίων άλλων ταξιδιωτών.

Η Νέα Οικονομία της Εικόνας

Ο κοινωνιολόγος John Urry, στο εμβληματικό έργο του «The Tourist Gaze», υποστήριξε ότι οι άνθρωποι δεν βλέπουν ποτέ έναν τόπο ουδέτερα. Τον προσεγγίζουν μέσα από εικόνες, αφηγήσεις και πολιτισμικές προσδοκίες που έχουν προηγηθεί της επίσκεψής τους.

Στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, αυτή η θεωρία μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ. Το «τουριστικό βλέμμα» δεν διαμορφώνεται πλέον από ταξιδιωτικούς οδηγούς ή καρτ ποστάλ, αλλά από εκατομμύρια φωτογραφίες που αναπαράγονται καθημερινά στις ψηφιακές πλατφόρμες.

Η επιστημονική έρευνα επιβεβαιώνει ότι αυτή η αλλαγή επηρεάζει πλέον και τις ταξιδιωτικές αποφάσεις. Συστηματική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε το 2023 στο Tourism Management καταλήγει ότι το περιεχόμενο που δημιουργούν οι ίδιοι οι ταξιδιώτες –οι φωτογραφίες, τα βίντεο και οι δημοσιεύσεις τους– αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες διαμόρφωσης της εικόνας ενός προορισμού, επηρεάζοντας τόσο την πρόθεση επίσκεψης όσο και τις προσδοκίες των επισκεπτών πριν ακόμη ταξιδέψουν.

Η εξέλιξη αυτή έχει και μια λιγότερο ορατή συνέπεια. Δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε έναν προορισμό. Αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται οι ίδιοι οι προορισμοί.

Σήμερα, τα ξενοδοχεία δεν επενδύουν μόνο στην άνεση ή στις υπηρεσίες τους. Επενδύουν στη φωτογένεια των χώρων τους: πισίνες υπερχείλισης, συμμετρικές αυλές, γυάλινες βεράντες, ειδικός φωτισμός και σημεία με ανεμπόδιστη θέα σχεδιάζονται γνωρίζοντας ότι είναι πιθανό να εμφανιστούν χιλιάδες φορές στις οθόνες των κινητών τηλεφώνων. Το ίδιο συμβαίνει με εστιατόρια, beach bars, μουσεία, ακόμη και με δημόσιους χώρους, που αποκτούν ειδικά διαμορφωμένα σημεία φωτογράφισης.

Μια Εικόνα Χίλιες Λέξεις

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού των Ηνωμένων Εθνών (UN Tourism) αναγνωρίζει πλέον ότι το περιεχόμενο που δημιουργούν οι επισκέπτες αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της τουριστικής προβολής. Οι ταξιδιώτες, εκτός από καταναλωτές υπηρεσιών, είναι και παραγωγοί ψηφιακού περιεχομένου που επηρεάζει τις επιλογές εκατομμυρίων άλλων ταξιδιωτών. Με άλλα λόγια, κάθε φωτογραφία λειτουργεί ταυτόχρονα ως προσωπική ανάμνηση και ως ανεπίσημη διαφήμιση ενός τόπου.

Όταν εκατομμύρια άνθρωποι αναζητούν το ίδιο σημείο θέας ή το ίδιο κάδρο, οι τόποι αποκτούν μια νέα μορφή αξίας. Η αισθητική τους αξιολογείται πια και μέσα από το πόσο «φωτογενείς» είναι για τον ψηφιακό κόσμο.

Η εξέλιξη αυτή έχει και αρνητικές επιπτώσεις. Η UNESCO, μέσα από το World Heritage and Sustainable Tourism Programme, έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι η μαζική προβολή συγκεκριμένων τοποθεσιών μέσω των κοινωνικών δικτύων μπορεί να επιταχύνει το φαινόμενο του υπερτουρισμού, συγκεντρώνοντας δυσανάλογο αριθμό επισκεπτών σε ελάχιστα σημεία και ασκώντας πίεση τόσο στην πολιτιστική κληρονομιά όσο και στις τοπικές κοινωνίες.

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει σε παλαιότερο άρθρο, η ένταξη ενός μνημείου στη λίστα της UNESCO αποτελεί μεγάλη  τιμή και αναγνώριση της αξίας του, αυξάνοντας την προβολή του διεθνώς και προσελκύοντας περισσότερους επισκέπτες και χρηματοδοτήσεις. Όταν, όμως, εκατομμύρια άνθρωποι επιδιώκουν να αναπαράγουν την ίδια εικόνα, την ίδια στιγμή, η διάκριση της UNESCO μπορεί να μετατραπεί από προνόμιο σε «κατάρα».

Καρτ Ποστάλ

Θα ήταν, ωστόσο, λάθος να αντιμετωπίσουμε αυτή τη μετάβαση με νοσταλγία. Κάθε εποχή είχε τον δικό της τρόπο να αφηγείται τα ταξίδια της. Οι καρτ ποστάλ του 20ού αιώνα, τα οικογενειακά άλμπουμ και οι φωτογραφικές μηχανές μιας χρήσης υπήρξαν επίσης τεχνολογίες που άλλαξαν τη σχέση μας με τις αναμνήσεις.

Η διαφορά σήμερα βρίσκεται στην ταχύτητα και στην κλίμακα. Η εικόνα δεν περιμένει να επιστρέψουμε από τις διακοπές, δημοσιεύεται σχεδόν ταυτόχρονα με την εμπειρία και αρχίζει αμέσως, ως δημόσια αφήγηση, να επηρεάζει την εμπειρία κάποιου άλλου. Ανακοινώνει δε όχι μόνο πού βρισκόμαστε, αλλά και ποια αισθητική μάς εκφράζει, πώς επιλέγουμε να περάσουμε τον ελεύθερο χρόνο μας, ποια εκδοχή του εαυτού μας θέλουμε να παρουσιάσουμε στους άλλους.

Ήδη από το 1967, ο Γάλλος φιλόσοφος Guy Debord, στο έργο του «Η Κοινωνία του Θεάματος», υποστήριζε ότι στις σύγχρονες κοινωνίες όλο και περισσότερες εμπειρίες αντικαθίστανται από τις αναπαραστάσεις τους. Παρότι έγραφε δεκαετίες πριν από το διαδίκτυο και τα κοινωνικά δίκτυα, η παρατήρησή του μεγεθύνεται σε μια εποχή όπου οι εικόνες επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε τη ζωή μας.

Οι φωτογραφίες δεν αποτελούν μόνο τεκμήρια ενός ταξιδιού, αλλά και μια μορφή προσωπικής ασφάλειας απέναντι στον χρόνο.

Οι Φωτογραφίες ως «Άγκυρες Μνήμης»

Όμως, γιατί αισθανόμαστε την ανάγκη να φωτογραφίζουμε κάθε στιγμή του ταξιδιού μας; Τι ακριβώς προσπαθούμε να διασώσουμε όταν στρέφουμε τον φακό σε ένα ηλιοβασίλεμα, μια παραλία ή ένα χαμόγελο; Απαθανατίζουμε ένα μέρος που γνωρίζουμε πως ίσως να μη βρεθούμε ξανά ή μια στιγμή ευτυχίας που φοβόμαστε ότι θα ξεθωριάσει όταν επιστρέψουμε στη ρουτίνα;

Οι φωτογραφίες δεν αποτελούν μόνο τεκμήρια ενός ταξιδιού, αλλά και μια μορφή προσωπικής ασφάλειας απέναντι στον χρόνο. Μια έρευνα δείχνει ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις φωτογραφίες τους ως «άγκυρες μνήμης», ενεργοποιώντας συναισθήματα και αναμνήσεις που ενισχύουν την αίσθηση συνέχειας της ταυτότητάς τους. Μια άλλη μελέτη υποστηρίζει ότι οι αναμνήσεις θετικών εμπειριών λειτουργούν προστατευτικά απέναντι στο άγχος της καθημερινότητας και ενισχύουν την ψυχική ευεξία.

Κι αν αυτό ισχύει, τότε η φωτογραφία δεν είναι απλώς μια εικόνα του παρελθόντος, αλλά μια μικρή υπόσχεση προς τον μελλοντικό μας εαυτό ότι η ευτυχία υπήρξε κάποτε πραγματική και μπορεί, έστω για μια στιγμή, να γίνει ξανά.

Είναι κοινώς αποδεκτό ότι το καλοκαίρι λειτουργεί ως ο ιδανικός μεγεθυντικός φακός αυτής της αλλαγής. Είναι η εποχή κατά την οποία ταξιδεύουμε περισσότερο, μοιραζόμαστε περισσότερο, φωτογραφίζουμε περισσότερο. Το τελευταίο είναι αναμενόμενο σε μια εποχή όπου κάθε κινητό τηλέφωνο είναι και φωτογραφική μηχανή υψηλής ανάλυσης. Το ερώτημα είναι αν, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε πάντα, αρχίζουμε και να σχεδιάζουμε τις εμπειρίες μας έτσι ώστε να μπορούν πρώτα να μετατραπούν σε εικόνα και ύστερα σε ανάμνηση.

Αν συμβαίνει αυτό, τότε το καλοκαίρι δεν έχει αλλάξει μόνο ως εποχή διακοπών. Έχει γίνει το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας κοινωνίας στην οποία η εικόνα δεν καταγράφει απλώς την πραγματικότητα, αλλά συμμετέχει ενεργά στη δημιουργία της.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ: 

Όταν το «Παράσημο» της UNESCO Γίνεται… Βάρος

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
We Are Family
We Are Family

Η Ρία Σπύρου διαχωρίζει τη ζωή της σε δύο περιόδους: την περίοδο της αναζήτησης –της προσωπικής ανάπτυξης– και την περίοδο του «Τώρα». Στην περίοδο της αναζήτησης, μέσω της συμμετοχής της στο εκπαιδευτικό δράμα του εργαστηρίου Θεάτρου Πόρτα της Ξένιας Καλογεροπούλου και των ομάδων γονέων, ανακάλυψε πόσο αγαπά να ακούει ανθρώπινες ιστορίες που μεταφέρουν βαθιές αλήθειες. Στην περίοδο του «Τώρα», με σπουδές στη Διοίκηση Τουρισμού, συνδέει τη δημοσιογραφία με τον Πολιτιστικό Τουρισμό και ερευνά τη φυσική - άυλη πολιτιστική κληρονομιά κάθε τόπου με τους ανθρώπους που τον διαμορφώνουν. Πιστεύει στην κυκλική οικονομία ως σύνδεση περιβάλλοντος-πολιτισμού-παιδιών. Έχει δύο γιους, αγαπά τη μουσική, τον αθλητισμό και τα ταξίδια. Και είναι πραγματικά χαρούμενη με αυτό!

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε πρωί!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+