Κάθε εποχή αφήνει πίσω της ίχνη. Άλλα τα διαφυλάσσουμε ως πολύτιμα τεκμήρια της ιστορίας μας και άλλα τα προσπερνάμε, θεωρώντας τα ασήμαντα. Ποιος όμως αποφασίζει τι αξίζει να διασωθεί; Και πόσα από εκείνα που σήμερα αγνοούμε θα αναζητάμε αύριο; Η σύγχρονη αρχαιολογία στρέφει το βλέμμα σε αυτά ακριβώς τα ερωτήματα. Αφορμή για να τα ξανασκεφτούμε, η πρόσφατη έκθεση του Ορέστη Πάγκαλου στο MOMus, που ανέδειξε την αξία του οικείου και του καθημερινού.
Όσες φορές τον τελευταίο μήνα, είδα στην οθόνη του κινητού μου τη κατακόκκινη συλλαβή ΝΑΥ, όπως εκτιθόταν από τις 27 Αυγούστου μέχρι τις 4 Οκτωβρίου στο Πειραματικό Κέντρο Τεχνών του MoMus, στη Θεσσαλονίκη, χαμογελαστή σκέφτηκα ότι «μετά θάνατον», η επιγραφή γνωρίζει την ινσταγκραμική δόξα που της αναλογεί.
Εξηγώ: πρόκειται για τμήμα της επιγραφής του κινηματογράφου ΝΑΥΑΡΙΝΟΝ, ο οποίος λειτουργούσε από το 1964 μέχρι το 2001. Μάλιστα, η επιγραφή ήταν τόσο περίοπτη, που είναι ο λόγος για τον οποίο ο πεζόδρομος Δημητρίου Γούναρη αναφέρεται ανάμεσα στους ντόπιους και ως «Ναυαρίνου».
Την ημέρα που αποκαθηλωνόταν η επιγραφή, ο Ορέστης Πάγκαλος, γκραφιτάς και ανήσυχο πνεύμα, αποφάσισε να περισώσει ένα μικρό τμήμα της. Το τμήμα αυτό, 25 χρόνια αργότερα, βρήκε τη θέση του (περιοδικά έστω) στο μουσείο, στο πλαίσιο της έκθεσης «Ορέστης Πάγκαλος. Έργα, γκραφίτι, αρχείο».
Ο Πάγκαλος, σήμερα είναι εικαστικός, αρχιτέκτονας, διδάκτωρ Θεωρίας της Τέχνης και διδάσκων στο Πανεπιστήμιο, παλαιότερα όμως υπήρξε ένας από τους πλέον ανήσυχους και επίμονους εκπροσώπους της κουλτούρας του γκραφίτι. Με πρόθεση να καταγράψει τα έργα του, έχει τραβήξει χιλιάδες φωτογραφίες μιας εποχής που η φωτογράφηση ήταν εξεζητημένη: ποιος θα «ξόδευε» μία στάση στο φιλμ του, ή θα έβγαζε κάποια ογκώδη ψηφιακή μηχανή από την τσάντα του για να φωτογραφήσει ένα σύνθημα ή μία κολόνα φωτισμού γεμάτη αγγελίες, ή μία μισοκατεστραμμένη διαφημιστική πινακίδα;
Ο Ορέστης Πάγκαλος όμως, φωτογραφίζοντας επιμελώς τα έργα του, τράβηξε εκατοντάδες φωτογραφίες σε ανύποπτες στιγμές, όταν τίποτα σπουδαίο δεν (μοιάζει να) συνέβαινε.
Σκοπός της σύγχρονης αρχαιολογίας είναι να συνθέσει ένα αντι-αρχείο, μια μορφή γνώσης που παράγεται έξω από τις επίσημες πρακτικές.

Είδαμε, λοιπόν, να εκτίθεται η κεφαλή μιας λάμπας φωτισμού («μα καλά, δες τι όμορφη που είναι, τώρα έχουν βάλει παντού αυτές τις κακάσχημες φθορίου”), ένα θραύσμα φεγγίτη πεζοδρομίου («δες, έχει και την τσίχλα στα υλικά»).
Βγαίνοντας από την έκθεση, ακούω ένα κορίτσι να λέει στην παρέα της «και εγώ γκρινιάζω στον μπαμπά μου που μαζεύει σκουπίδια, θα του πω ότι μπορεί να κάνει έκθεση μία μέρα». Τα «ευρήματα» του Ορέστη Πάγκαλου είναι τα σκουπίδια κάποιου άλλου, όπως άλλωστε και οι λίθοι ενός αρχαίου οικισμού, είναι «κοτρώνες» για κάποιον άλλο.
Η δουλειά του είναι ο ορισμός της σύγχρονης αρχαιολογίας.
Σύγχρονη αρχαιολογία (contemporary archeology) είναι ο όρος που χρησιμοποιήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 για να περιγράψει το ενδιαφέρον για τη συλλογή και τη μελέτη αντικειμένων του παρόντος ή του εγγύς παρελθόντος, δηλαδή του 20ού και του 21ου αιώνα.

Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα τέτοιας σπουδής είναι το The Homeless Heritage Project, που πραγματοποιήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 2010 μέχρι το 2014, το οποίο, καταγράφοντας απορρίμματα αλλά και σημεία-καταφύγια μέσα στον αστικό ιστό, χαρτογράφησε τις περιοχές και τις διαδρομές που οικειοποιούνταν οι άστεγοι.
Εξίσου ενδιαφέρον έχει η έρευνα Lego Lost at Sea, που ξεκίνησε συλλέγοντας στις ακτές της Κορνουάλης αρχικά, ολόκληρου του κόσμου στη συνέχεια, τα εκατομμύρια κομματάκια Lego που σκόρπισαν στον ωκεανό από ένα ναυάγιο του 1997. Η έρευνα ανέδειξε το τεράστιο θέμα της μόλυνσης των θαλασσών και ειδικότερα από πλαστικά, των οποίων η διάρκεια ζωής είναι τεράστια.
Η σύγχρονη αρχαιολογία, λοιπόν, δεν έχει να κάνει ούτε με νοσταλγία ούτε με ακτιβισμό, ακόμη και αν, αναπόφευκτα, τα προκαλεί. Σκοπός της σύγχρονης αρχαιολογίας είναι να συνθέσει ένα αντι-αρχείο, μια μορφή γνώσης που παράγεται έξω από τις επίσημες πρακτικές, μέσα από την εμπειρία της καθημερινής περιπλάνησης και της ατομικής περιέργειας και παρατήρησης.

Σκέφτομαι ξανά το κομμάτι τη επιγραφής ΝΑΥΑΡΙΝΟΝ. Σκέφτομαι πόσοι και πόσες από όσους το φωτογράφισαν ως έκθεμα σε ένα μουσείο το 2026 θα έδιναν μερικά δευτερόλεπτα για να το παρατηρήσουν αν ήταν ακόμη στην αρχική του θέση. Πόσοι θα αξιολογούσαν την επιλογή της γραμματοσειράς ή την επιμέλεια στην κατασκευή. Ακόμη περισσότερο, αναρωτιέμαι ποιοι θα τη συγκρίνουν με μια επιγραφή που θα συναντήσουν περπατώντας στο δρόμο, για να αξιολογήσουν τις διαφορές και τι υποδηλώνουν αυτές για το τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε σήμερα τον δημόσιο χώρο και τα στοιχεία του.
Να ένα ακόμη πράγμα που μας διδάσκει η σύγχρονη αρχαιολογία: να εκτιμούμε αυτά που κινδυνεύουν να χαθούν περισσότερο από όσα μας λείπουν.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Βλέπουν το Δέντρο, Χάνουν τη Σκιά
Ρένα Ξηροφώτου: «Φωτογραφίζω Περισσότερο σαν Αφηγήτρια»
Women-Only: Ποια Ανάγκη Δημιουργεί «Καταφύγια» στον Δημόσιο Χώρο;