Η παιδική παχυσαρκία αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις δημόσιας υγείας της εποχής μας. Πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε περιβάλλοντα που ενθαρρύνουν τα παιδιά να υιοθετούν πιο υγιεινές συνήθειες; Ποιος είναι ο ρόλος των κυβερνήσεων, των επιστημονικών φορέων, της εκπαιδευτικής κοινότητας και των ίδιων των οικογενειών στη διαμόρφωση μιας νέας κουλτούρας πρόληψης; Και πώς μπορούν οι διεθνείς οργανισμοί να συμβάλλουν στην ανάπτυξη αποτελεσματικών πολιτικών που θα έχουν πραγματικό και μετρήσιμο αντίκτυπο στη ζωή των παιδιών;
Αυτά ήταν μερικά από τα ερωτήματα που κυριάρχησαν στην εκδήλωση για την ολοκλήρωση της Εθνικής Δράσης κατά της Παιδικής Παχυσαρκίας, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, με τη συμμετοχή εκπροσώπων της πολιτείας, της επιστημονικής κοινότητας και διεθνών οργανισμών.
Στο πλαίσιο της εκδήλωσης είχα την ευκαιρία να συναντήσω τον Dr. Ghassan Khalil, τον Διπλωματικό Εκπρόσωπο UNICEF στην Ελλάδα, έναν άνθρωπο με πολυετή διεθνή εμπειρία στην προώθηση πολιτικών για τα δικαιώματα και την ευημερία των παιδιών.
Η συζήτησή μας ανέδειξε τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ θεσμών, επιστημόνων και κοινωνίας των πολιτών, καθώς και την ανάγκη να αντιμετωπίζεται η παιδική παχυσαρκία όχι μόνο ως ζήτημα διατροφής, αλλά ως ένα σύνθετο κοινωνικό και αναπτυξιακό ζήτημα που επηρεάζει την υγεία, την εκπαίδευση και τις μελλοντικές προοπτικές των παιδιών.
Ο Dr. Khalil μοιράστηκε μαζί μας μέσω της συνέντευξης που ακολουθεί τη διεθνή οπτική της UNICEF, αλλά και τις προτεραιότητες της UNICEF στην Ελλάδα για την πρόληψη και την έγκαιρη παρέμβαση, επισημαίνοντας ότι κάθε παιδί αξίζει να μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον που υποστηρίζει υγιείς επιλογές και ίσες ευκαιρίες για μια καλύτερη ζωή.
Εστιάζοντας τόσο στις προκλήσεις που εξακολουθούν να υφίστανται στον τομέα της παιδικής υγείας όσο και στις ευκαιρίες που γεννούν αισιοδοξία για το μέλλον, η συζήτηση διευρύνεται πέρα από τα όρια ενός επιστημονικού θέματος και εξελίσσεται σε έναν ουσιαστικό διάλογο για το πώς μπορούμε να οικοδομήσουμε ένα περιβάλλον όπου κάθε παιδί θα έχει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί, να ευημερήσει και να εκπληρώσει το δυναμικό του.
«Τα παιδιά δεν είναι μόνο οι μελλοντικοί πολίτες. Είναι φορείς δικαιωμάτων σήμερα».
Dr. Ghassan Khalil, έχετε αφιερώσει περισσότερα από 25 χρόνια στο να υπηρετείτε με συνέπεια την προάσπιση των δικαιωμάτων του παιδιού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε διεθνές επίπεδο. Ποια θεωρείτε σήμερα τη μεγαλύτερη πρόκληση για τα παιδιά στην Ευρώπη και ειδικά στην Ελλάδα;
Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στην Ευρώπη σήμερα είναι να διασφαλίσουμε ότι κάθε παιδί μπορεί να μεγαλώνει υγιές, προστατευμένο και υποστηριζόμενο μέσα σε ένα ολοένα πιο σύνθετο περιβάλλον. Το περιβάλλον αυτό επηρεάζεται, μεταξύ άλλων, από τη φτώχεια, τις ανισότητες, τις ψηφιακές συνήθειες, τις πιέσεις στην ψυχική υγεία, τις αλλαγές στην οικογενειακή ζωή και την άνιση πρόσβαση σε υπηρεσίες.
Η παιδική παχυσαρκία αποτελεί ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα αυτής της ευρύτερης πρόκλησης. Συχνά αντιμετωπίζεται ως ζήτημα υγείας, όμως είναι ταυτόχρονα και ζήτημα δικαιωμάτων του παιδιού. Επηρεάζει τη σωματική τους υγεία, αλλά και τη συναισθηματική ευημερία, την αυτοπεποίθηση, τη συμμετοχή τους στη σχολική ζωή, καθώς και τις μακροπρόθεσμες ευκαιρίες τους.
Στην Ελλάδα, η UNICEF συνεργάζεται στενά με το Υπουργείο Υγείας στο πλαίσιο της Εθνικής Δράσης κατά της Παιδικής Παχυσαρκίας, ακριβώς επειδή το ζήτημα αυτό απαιτεί ολοκληρωμένη προσέγγιση. Οφείλουμε να επικεντρωθούμε στη δημιουργία πιο υγιεινού περιβάλλοντος στα σχολεία, στις κοινότητες, στις οικογένειες και στα δημόσια συστήματα, ώστε κάθε παιδί να έχει την ευκαιρία να μεγαλώσει, να μάθει και να αναπτυχθεί στο μέγιστο των δυνατοτήτων του.
Στο διεθνές συνέδριο για τον ρόλο της ακαδημαϊκής κοινότητας στην προώθηση των δικαιωμάτων του παιδιού, ποιος πιστεύετε ότι πρέπει να είναι ο ουσιαστικός ρόλος των πανεπιστημίων στη διαμόρφωση μιας κοινωνίας με περισσότερη ισότητα και συμπερίληψη;
Τα πανεπιστήμια διαδραματίζουν θεμελιώδη ρόλο στην προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και, ειδικότερα, των δικαιωμάτων του παιδιού. Ως θεσμοί γνώσης, έρευνας και κριτικής σκέψης, δεν περιορίζονται μόνο στην παραγωγή επιστημονικού έργου, αλλά συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των αξιών, των αντιλήψεων και των επαγγελματικών προτύπων για τις μελλοντικές γενιές. Ο ρόλος τους είναι, πρώτον, να παράγουν τεκμηρίωση. Οι αποτελεσματικές πολιτικές απαιτούν αξιόπιστα δεδομένα, έρευνα και ανάλυση.
Δεύτερον, εκπαιδεύουν τους επαγγελματίες που θα εργαστούν με και για τα παιδιά: εκπαιδευτικούς, γιατρούς, νομικούς, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, δημοσιογράφους, δημόσιους λειτουργούς και υπεύθυνους χάραξης πολιτικής. Είναι, επομένως, απαραίτητο οι μελλοντικοί αυτοί επαγγελματίες να κατανοούν και να διαθέτουν ουσιαστική γνώση για τα δικαιώματα του παιδιού, να ενστερνίζονται βασικές αρχές όπως η αρχή της μη διάκρισης, η συμμετοχή και το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού ως κατευθυντήριες αρχές.
Τρίτον, τα πανεπιστήμια μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρες μεταξύ των δημόσιων θεσμών και της κοινωνίας. Μπορούν να δημιουργήσουν χώρους διαλόγου, να υποστηρίξουν την καινοτομία και να συμβάλουν στον σχεδιασμό και την αξιολόγηση πολιτικών και προγραμμάτων. Όταν η ακαδημαϊκή κοινότητα συνεργάζεται με τις δημόσιες αρχές, τους διεθνείς οργανισμούς και τις κοινότητες, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση πιο συμπεριληπτικών και συνεκτικών κοινωνιών.
«Ιδίως σε περιόδους κρίσης, η προστασία των δικαιωμάτων δεν μπορεί να θεωρείται προαιρετική. Ακριβώς στις δύσκολες συνθήκες δοκιμάζεται περισσότερο η δέσμευσή μας στα ανθρώπινα δικαιώματα».
Έχετε υπηρετήσει σε κρίσιμες περιοχές, όπως το Ιράκ, το Μπαγκλαντές, η Λιβύη, η Μέση Ανατολή και η Γεωργία. Ποιες εμπειρίες από αυτές τις αποστολές επηρέασαν περισσότερο τη φιλοσοφία σας γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα;
Η εργασία σε περιβάλλοντα που έχουν επηρεαστεί από συγκρούσεις, εκτοπισμό και πολιτική αστάθεια δίνει πολύ συγκεκριμένο νόημα στα ανθρώπινα δικαιώματα. Σε τέτοιες συνθήκες, τα δικαιώματα δεν είναι θεωρητικές έννοιες. Αφορούν το εάν ένα παιδί μπορεί να πάει στο σχολείο, εάν μια οικογένεια μπορεί να έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, εάν οι άνθρωποι μπορούν να ζουν με ασφάλεια και εάν οι θεσμοί είναι σε θέση να προστατεύουν τους πιο ευάλωτους.
Αυτό που με έχει επηρεάσει περισσότερο είναι η ανθεκτικότητα των παιδιών, των οικογενειών και των κοινοτήτων σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Έχω δει παιδιά που έχουν βιώσει εκτοπισμό, ανασφάλεια και απώλεια, και όμως συνεχίζουν να ελπίζουν, να μαθαίνουν και να κοιτούν προς το μέλλον. Έχω επίσης δει πόσο σημαντικό είναι οι εθνικοί θεσμοί, οι τοπικές κοινότητες και οι διεθνείς εταίροι να συνεργάζονται με σεβασμό, ταπεινότητα και συνέπεια.
Οι εμπειρίες αυτές ενίσχυσαν την πεποίθησή μου ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια πρέπει να παραμένει πάντοτε στο επίκεντρο της δουλειάς μας. Ιδίως σε περιόδους κρίσης, η προστασία των δικαιωμάτων δεν μπορεί να θεωρείται προαιρετική. Ακριβώς στις δύσκολες συνθήκες δοκιμάζεται περισσότερο η δέσμευσή μας στα ανθρώπινα δικαιώματα.
«Τα σχολεία χρειάζονται υποστήριξη. Οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς και οι σχολικές κοινότητες χρειάζονται πρακτικά εργαλεία, αξιόπιστη πληροφόρηση και ισχυρή συνεργασία με τις υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής φροντίδας».
Πώς μπορεί η εκπαίδευση να λειτουργήσει ως εργαλείο πρόληψης της βίας, των διακρίσεων και του κοινωνικού αποκλεισμού των παιδιών;
Η εκπαίδευση είναι ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία πρόληψης που διαθέτουμε – και αυτό ισχύει και σε σχέση με την παιδική παχυσαρκία. Τα σχολεία δεν είναι μόνο χώροι όπου τα παιδιά αποκτούν γνώσεις. Είναι περιβάλλοντα στα οποία αναπτύσσουν συνήθειες, αυτοπεποίθηση, κοινωνικές σχέσεις και αίσθηση του ανήκειν. Ένα σχολείο που θέτει το παιδί στο επίκεντρο μπορεί να προάγει την υγιεινή διατροφή, τη σωματική δραστηριότητα, την ψυχική ευημερία και τον σεβασμό προς τους άλλους.
Μπορεί επίσης να συμβάλει στην πρόληψη του στιγματισμού και του εκφοβισμού, που συχνά βιώνουν παιδιά τα οποία αντιμετωπίζουν ζητήματα που σχετίζονται με το βάρος. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό κάθε συζήτηση γύρω από την παιδική παχυσαρκία να αποφεύγει την ενοχοποίηση και να επικεντρώνεται στην υγεία, την αξιοπρέπεια και την υποστήριξη. Η εκπαίδευση μπορεί επίσης να βοηθήσει τα παιδιά να κατανοήσουν τα δικαιώματά τους, να κάνουν ενημερωμένες επιλογές και να αναπτύξουν υγιείς συνήθειες από μικρή ηλικία.
Όμως τα σχολεία χρειάζονται υποστήριξη. Οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς και οι σχολικές κοινότητες χρειάζονται πρακτικά εργαλεία, αξιόπιστη πληροφόρηση και ισχυρή συνεργασία με τις υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής φροντίδας. Όταν τα εκπαιδευτικά συστήματα είναι συμπεριληπτικά και υποστηρικτικά, μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό προστατευτικό παράγοντα στη ζωή των παιδιών.
Σήμερα βλέπουμε πολέμους, προσφυγικές κρίσεις και αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες. Πώς μπορούν διεθνείς οργανισμοί όπως η UNICEF να συνεργαστούν αποτελεσματικότερα με τις τοπικές κοινωνίες και τα πανεπιστήμια;
Το έργο της UNICEF βασίζεται στη συνεργασία. Οι διεθνείς οργανισμοί μπορούν να φέρουν διεθνή εμπειρία, τεχνική τεχνογνωσία και διεθνή πρότυπα, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Ωστόσο, η βιώσιμη αλλαγή πρέπει να οικοδομείται μαζί με τους εθνικούς θεσμούς, τις τοπικές κοινότητες και τους επαγγελματίες που γνωρίζουν τις πραγματικότητες στο πεδίο.
Οι τοπικές κοινότητες προσφέρουν εμπιστοσύνη, γνώση και εμπειρία. Τα πανεπιστήμια προσφέρουν έρευνα, τεκμηρίωση, καινοτομία και την ικανότητα εκπαίδευσης των μελλοντικών επαγγελματιών. Η UNICEF μπορεί να συμβάλει στη διασύνδεση αυτών των φορέων, να υποστηρίξει τον συντονισμό και να διασφαλίσει ότι οι αρχές των δικαιωμάτων του παιδιού παραμένουν στο επίκεντρο της πολιτικής και της πράξης.
Η πιο αποτελεσματική συνεργασία δεν είναι κάθετη. Βασίζεται στην ακρόαση, την κοινή ευθύνη και τη συνδημιουργία. Όταν οι κοινότητες, η ακαδημαϊκή κοινότητα, η κυβέρνηση, ο ιδιωτικός τομέας, η κοινωνία των πολιτών και οι διεθνείς οργανισμοί συνεργάζονται, οι παρεμβάσεις γίνονται πιο συναφείς, πιο αποτελεσματικές και πιο βιώσιμες για τα παιδιά.
«Διάλογος σημαίνει δημιουργία εκείνων των προϋποθέσεων ώστε οι άνθρωποι να ακούν ο ένας τον άλλο, να κατανοούν διαφορετικές οπτικές και να αναγνωρίζουν την κοινή ανθρώπινη αξιοπρέπεια».
Έχετε τονίσει πολλές φορές τη σημασία του διαπολιτισμικού διαλόγου. Πιστεύετε ότι οι νέοι σήμερα είναι πιο ανοιχτοί στη διαφορετικότητα ή εξακολουθούν να υπάρχουν βαθιά στερεότυπα που πρέπει να ξεπεραστούν;
Πιστεύω ότι πολλοί νέοι σήμερα είναι περισσότερο συνδεδεμένοι, περισσότερο ενημερωμένοι και πιο ανοιχτοί στον κόσμο από προηγούμενες γενιές. Εκτίθενται από μικρή ηλικία σε διαφορετικούς πολιτισμούς, ιδέες και εμπειρίες, και πολλοί από αυτούς διαθέτουν ισχυρό αίσθημα δικαιοσύνης και αλληλεγγύης. Την ίδια στιγμή, τα στερεότυπα, οι προκαταλήψεις και η πόλωση δεν έχουν εξαλειφθεί.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί ακόμη και να ενισχύονται μέσα από τις ψηφιακές πλατφόρμες, την παραπληροφόρηση και τον διχαστικό δημόσιο λόγο. Γι’ αυτό ο διαπολιτισμικός διάλογος παραμένει απαραίτητος. Διάλογος δεν σημαίνει ότι πρέπει όλοι να συμφωνούν. Σημαίνει δημιουργία εκείνων των προϋποθέσεων ώστε οι άνθρωποι να ακούν ο ένας τον άλλο, να κατανοούν διαφορετικές οπτικές και να αναγνωρίζουν την κοινή ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Οι νέοι έχουν σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν σε αυτό. Χρειάζονται όμως και καθοδήγηση, ασφαλείς χώρους, ποιοτική εκπαίδευση και θεσμούς που προάγουν τον σεβασμό αντί για τον διχασμό. Οφείλουμε να βοηθήσουμε τους νέους να γίνουν σύμμαχοι της συμπερίληψης και όχι φορείς στιγματισμού.
Ποιο μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στους φοιτητές και στους νέους επιστήμονες που θέλουν να συμβάλουν ενεργά στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων του παιδιού;
Το μήνυμά μου θα ήταν ότι η συμβολή τους είναι αναγκαία και πολύτιμη. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν υπερασπίζονται μόνο στους διεθνείς οργανισμούς αλλά και στις σχολικές αίθουσες, στα πανεπιστήμια, στα νοσοκομεία, στα ερευνητικά κέντρα, στα δικαστήρια, στα μέσα ενημέρωσης, στις δημόσιες υπηρεσίες και στις τοπικές κοινότητες.
Οι φοιτητές και οι νέοι επιστήμονες μπορούν να συμβάλουν παράγοντας τεκμηρίωση, θέτοντας δύσκολα ερωτήματα, αμφισβητώντας τον στιγματισμό και διασφαλίζοντας ότι οι φωνές και οι εμπειρίες των παιδιών λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Μπορούν επίσης να βοηθήσουν στη μετατροπή της έρευνας σε πρακτικές λύσεις που βελτιώνουν την καθημερινή ζωή των παιδιών.
Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων του παιδιού δεν γίνεται μόνο με διακηρύξεις και συμβάσεις, αλλά και μέσα από την ποιότητα των συστημάτων που οικοδομούμε, τις πολιτικές που στηρίζουμε, τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε και την αξιοπρέπεια με την οποία αντιμετωπίζουμε κάθε παιδί.
Αν μπορούσατε να αλλάξετε άμεσα μια πολιτική ή μια κοινωνική πρακτική παγκοσμίως προς όφελος των παιδιών ποια θα ήταν αυτή και γιατί;
Αν μπορούσα να αλλάξω ένα πράγμα, θα διασφάλιζα ότι κάθε σημαντική απόφαση που λαμβάνεται από κυβερνήσεις και θεσμούς αξιολογείται ως προς τον αντίκτυπό της στα παιδιά. Οι αποφάσεις που αφορούν τους προϋπολογισμούς, την εκπαίδευση, την υγεία, την κοινωνική προστασία, τη μετανάστευση, το κλίμα, την τεχνολογία και τον αστικό σχεδιασμό επηρεάζουν όλες τα παιδιά. Ωστόσο, συχνά δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη σε αυτές τις αποφάσεις.
Μια προσέγγιση αξιολόγησης με βάση τα δικαιώματα του παιδιού θα απαιτούσε από τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων να θέτουν τα εξής ερωτήματα: Πώς θα επηρεάσει αυτή η απόφαση τα παιδιά; Ποια παιδιά μπορεί να μείνουν πίσω; Προστατεύουμε το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού; Έχουν ακουστεί τα παιδιά και οι νέοι με κατάλληλο και ουσιαστικό τρόπο;
Αυτό θα ήταν μετασχηματιστικό, διότι θα έθετε τα παιδιά στο επίκεντρο της διακυβέρνησης. Τα παιδιά δεν είναι μόνο οι μελλοντικοί πολίτες. Είναι φορείς δικαιωμάτων σήμερα. Η ευημερία, η προστασία και η ανάπτυξή τους πρέπει να αποτελούν κεντρικό μέτρο προόδου για κάθε κοινωνία.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Παιδική Παχυσαρκία | Μία Μάστιγα που Χρήζει Άμεσης Αντιμετώπισης