Το τέλος μιας τηλεοπτικής σειράς δεν αποτελεί συνήθως αφορμή για editorial. Γίνεται όμως όταν η σειρά αυτή μας θυμίζει ότι η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας δεν είναι να δημιουργήσουμε πιο «σωστούς» ανθρώπους, αλλά να συνεχίσουμε να αποδεχόμαστε πόσο πολύπλοκοι είμαστε. Το «Παιδί», λοιπόν, δεν ήταν απλώς μία από τις πιο πρωτότυπες ελληνικές σειρές των τελευταίων ετών. Ήταν μια υπενθύμιση ότι οι πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες είναι εκείνες που αρνούνται να χωρέσουν τους ανθρώπους σε στερεότυπα.
Νεοχωρίτες, Νεοχωρίτισσες, το χωριό μας ερήμωσε!
Ο Ντιμίτρι, η Άρτεμις, η Σίσσυ και ο Θέμης, η Βάνα και ο Γερμανός, η Ιρίνα, ο Πέτρος, ο Βουντού, η Μίνα και η Μαίρη, η Στράτος, ο Χρυσόδημος, ο παπάς, η Τιτίκα δεν μένουν πια εδώ. Δεν το αποφάσισαν οι ίδιοι. Άλλοι έριξαν τίτλους τέλους.
Νεοχωρίτες, Νεοχωρίτισσες, ας μαζέψουμε υπογραφές. Θέλουμε το «Παιδί» μας πίσω. Τουλάχιστον για μία ακόμη τηλεοπτική σεζόν. Όχι μόνο γιατί μας έκανε να γελάσουμε, να συγκινηθούμε, να ανυπομονούμε για το επόμενο επεισόδιο ή να καγχάζουμε με τις ανατροπές του. Αλλά γιατί, έπειτα από πολύ καιρό, βρέθηκε ένα χωριό σ’ αυτή την τηλεοπτική χώρα που τόλμησε να αναποδογυρίσει σχεδόν κάθε στερεότυπο. Να αφήσει στην άκρη τις εύκολες βεβαιότητες, να παραμερίσει την πολιτική ορθότητα, όχι για να δοξάσει την τοξικότητα ή την πρόκληση, αλλά για να υπερασπιστεί κάτι πολύ πιο δύσκολο: την πολυπλοκότητα των ανθρώπων και το δικαίωμά μας να είμαστε διαφορετικοί.
Αν είστε ένας από τα περισσότερους από 2.000.000 θεατές που πέρασαν έστω και για λίγο από το Νεοχώρι μέσω του ERTFLIX ή ένας από εκείνους που περίμεναν κάθε εβδομάδα τα νέα επεισόδια στην ΕΡΤ, θα ξέρετε ότι δεν μιλάμε απλώς για ένα τηλεοπτικό προϊόν. Το «Παιδί», όπως είναι ο τίτλος της σειράς του Παναγιώτη Ιωσηφέλη και του Στέφανου Μπλάτσου, η οποία διαδραματίζεται στο Νεοχώρι, είναι από τις πιο τολμηρές προτάσεις που έχουν περάσει από την ελληνική τηλεόραση, γιατί δημιούργησε έναν κόσμο όπου το χιούμορ συνυπάρχει με το τραύμα, η συγκίνηση με τον σαρκασμό και η σύμβαση με την ανατροπή. Οι άνθρωποι δεν ορίζονται από (αστυνομικές) ταυτότητες. Δεν χωρίζονται από αόρατες διαχωριστικές γραμμές. Δεν είναι μονοδιάστατα καλοί ή κακοί, θύματα ή θύτες, «φυσιολογικοί» ή «διαφορετικοί». Είναι αντιφατικοί, ευάλωτοι, γενναίοι, αστείοι, δύσκολοι.
Οι Εντιμότατοι Φίλοι μας
Θέλετε παραδείγματα για του λόγου το αληθές; Το Νεοχώρι είναι γεμάτο από αυτά.
Ο Ντιμίτρι είναι ένας πανέξυπνος νεαρός με φωτογραφική μνήμη, λάτρης των γρίφων και των μυστηρίων, που βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού και ερωτεύεται την Ανθούλα. Η νευροδιαφορετικότητά του δεν απασχολεί τους κατοίκους του χωριού. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι ότι ο Ντιμίτρι βλέπει όσα οι υπόλοιποι αδυνατούν να δουν.
Η Άρτεμις είναι πρωταθλήτρια του ταεκβοντό. Ο προπονητής της την παρενοχλεί σεξουαλικά, όμως εκείνη δεν καταγγέλλει την παρενόχληση. Ένας σοβαρός τραυματισμός την αναγκάζει να εγκαταλείψει το μοναδικό πράγμα που ήξερε να κάνει στη ζωή της και αγαπούσε τόσο. Παράλληλα, δεν μπορεί να αποκτήσει παιδιά. Οι δοκιμασίες δεν την πτοούν. Αντιθέτως, στρέφει τη δύναμή της στην αφοσίωση προς τους ανθρώπους που αγαπά. Αναλαμβάνει να προστατεύσει τον Ντιμίτρι και γίνεται το ασφαλές του καταφύγιο.
Η Βάνα είναι η μητέρα της Άρτεμης. Αθυρόστομη, λαϊκή, αυθόρμητη, λατρεύει τη ζωή, το ποτό και τους άντρες και δεν αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί για τίποτα από αυτά. Δεν ξέρει να μαγειρεύει, ζει τη στιγμή, ξεχνά λογαριασμούς και υποχρεώσεις. Ερωτεύεται τον αποκαλούμενο «Γερμανό», έναν ληστή τραπεζών με ψυχή Ρομπέν των Δασών. Αυτοαποκαλείται «μανούλα» και, παρότι απέχει παρασάγγας από το στερεότυπο της κλασικής Ελληνίδας μάνας, αποδεικνύεται η πιο στοργική μητρική φιγούρα όχι μόνο για την κόρη της, αλλά και για τον Ντιμίτρι, τη Σίσσυ και τον Θέμη –το αχώριστο δίδυμο φίλων της Άρτεμης– και, τελικά, για κάθε παιδί αυτού του παράξενου χωριού.
Η Μαίρη και η Μίνα είναι χήρες. Εξηντάρες, αχώριστες φίλες που συγκατοικούν, περνούν τις μέρες τους βάζοντας στοιχήματα για τα πιο απίθανα πράγματα –από το ποια έχει την υψηλότερη πίεση μέχρι τις τιμές των αιματολογικών τους εξετάσεων– και βρίσκουν τρόπο να μετατρέπουν ακόμη και τα πιο ασήμαντα πράγματα σε παιχνίδι. Λειτουργούν ως τα social media του χωριού. Κουτσομπολεύουν ακατάπαυστα, σχολιάζουν τους πάντες και, όταν οι πληροφορίες δεν επαρκούν, επιστρατεύουν τη δημιουργική τους φαντασία για να γίνει μια καλή ιστορία ακόμη καλύτερη. Πίσω όμως από τις ατάκες, τις υπερβολές και τα ατελείωτα πειράγματά τους βρίσκεται η ισχυρή τους φιλία.
Ο Χρυσόδημος Χρυσανθόπουλος είναι ο μεγαλοεπιχειρηματίας του Νεοχωρίου. Τηλεπωλητής, πουλάει ό,τι μπορεί να συλλάβει η φαντασία του ανθρώπου. Από τα ακουστικά βαρηκοΐας «Μπετόβεν 4000» –ή, μήπως, «Μπετόβεν 2000»;– μέχρι καθαρτικά για την ομαλή λειτουργία του εντέρου. Παράλληλα, διατηρεί την καντίνα του χωριού με το αφοπλιστικό όνομα «Αμαρτίες», όπου σερβίρει σάντουιτς με διπλό μπέικον, διπλό τυρί, πανσέτα χοιρινή, προβατίνα και ντοματούλα για να «γλιστράε»ι ή, στην πιο υγιεινή εκδοχή τους, τη vegetarian «Αμαρτία», με διπλό τυράκι και αυγουλάκι τηγανητό παραγωγής του. Κι όμως, πίσω από τον ασταμάτητο πλασιέ και τον σχεδόν κωμικό επιχειρηματία υπάρχει ένας άνθρωπος υπερπροστατευτικός, που νοιάζεται για ολόκληρο το χωριό, με ιδιαίτερη αδυναμία στα παιδιά και κυρίως στην Ανθούλα, ενώ η Στράτος, η αστυνόμος του χωριού, που την αποκαλούν έτσι ως φανατική θαυμάστρια του Στράτου Διονυσίου, είναι η παντοτινή, ανομολόγητη αγάπη του.
Φόβος για την Πολυπλοκότητα
Έχουν συμπληρωθεί δέκα ημέρες από τότε που το «Παιδί» έριξε τίτλους τέλους, έπειτα από την αψυχολόγητη απόφαση της ΕΡΤ να μην προχωρήσει σε δεύτερη σεζόν. Ωστόσο, στα social media η σειρά δεν φαίνεται να έχει τελειώσει. Σε ένα διασκεδαστικό και συγκινητικό μωσαϊκό αναρτήσεων, οι φίλοι του «Παιδιού» προσπαθούν να καλύψουν τα σεναριακά κενά. Εκθειάζουν τις ερμηνείες –όλες τους υπέροχες– του Βασίλη Μπούτσικου ως «Παιδιού», της Ντένιας Στασινοπούλου ως Άρτεμης, της Άννας Μαρίας Παπαχαραλάμπους ως «μανούλας» Βάνας, της Ιζαμπέλας Μπαλτσαβιά και του Νικολάκη Ζεγκίνογλου ως του αχώριστου ζευγαριού φίλων Σίσσυς και Θέμη, της Έλενας Τοπαλίδου και της Άννας Μάσχα ως οι χήρες Μαίρη και Μίνα, καθώς και της Αλεξίας Καλτσίκη ως Ρωσίδας αρχιμαφιόζας Ιρίνας· ζητούν τη συνταγή της θρυλικής «Αμαρτίας»· δηλώνουν ότι από εδώ και πέρα θα φωνάζουν κάθε Σοφία… «Σάφια», με τη χαρακτηριστική ρωσική προφορά της Ιρίνας.
Η τηλεόραση υπήρξε πάντοτε το πιο λαϊκό μέσο. Πλέον δεν είναι το δημοφιλέστερο. Τα social media, οι πλατφόρμες streaming, η τεχνητή νοημοσύνη και οι αλγόριθμοι διεκδικούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του χρόνου και της προσοχής μας. Παραμένει, όμως, η πιο οικεία συντροφιά εκατομμυρίων ανθρώπων. Και ίσως γι’ αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία ποιες ιστορίες επιλέγει να αφηγείται.
Αλλά η ελληνική τηλεόραση μοιάζει να φοβάται την πολυπλοκότητα. Επιμένει πως οι θεατές χρειάζονται χαρακτήρες που χωρούν εύκολα σε κουτάκια, παρότι αποδεικνύεται συχνά ότι ψάχνουν για ήρωες που δεν χωρούν σε κανένα.
Οι καλές κωμωδίες γίνονται ολοένα και πιο δυσεύρετες. Οι μαύρες ή οι σουρεαλιστικές κωμωδίες ακόμη περισσότερο. Όταν όμως εμφανίζονται, σπάνια περνούν στη λήθη. Ποιος έχει ξεχάσει το «Παρά Πέντε»; Ή το «Κάτω Παρτάλι»; Ποιος θα ξεχάσει πραγματικά το «Παιδί» και το Νεοχώρι του;
Ίσως επειδή κάθε φορά που η μυθοπλασία υποτάσσεται σε βεβαιότητες –όποιες κι αν είναι αυτές– χάνει το πιο πολύτιμο στοιχείο της: την ικανότητα να χωρά ανθρώπους που δεν εξηγούνται εύκολα. Και τότε γεννά χαρακτήρες μονοδιάστατους, χωρίς αντιφάσεις, χωρίς αδυναμίες. Μια κακοφτιαγμένη, βαρετή απομίμηση της πραγματικότητας, από την οποία επιθυμούμε διακαώς να ξεφύγουμε.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Όταν το «Παράσημο» της UNESCO Γίνεται… Βάρος
Η Εποχή του Αγέραστου Προσώπου
«Backrooms»: Χαρτογραφία Ενός Σύγχρονου Κάτω Κόσμου