Τάσος Παπαναστασίου: Ένας Δάσκαλος Αλλιώτικος Από Τους Άλλους

Ένας δάσκαλος αλλιώτικος από τους άλλους. Δεν είναι κολακευτικό σχόλιο, αλλά μία πραγματικότητα. Ξεχωριστός από μικρός ο Τάσος Παπαναστασίου, δεν επέλεξε τη διδασκαλία στο δημοτικό, αλλά εκείνη τον διάλεξε, όπως όλα γίνονται μ’ έναν τρόπο μαγικό σε αυτή τη ζωή. Έτσι κι αλλιώς είναι γνωστός στους μαθητές του όλα αυτά τα χρόνια ως ο αδελφός του Άη Βασίλη. Και για όποιον το αμφισβητεί, υπάρχουν εκατοντάδες νεαροί μαθητές και πολλοί που δεν είναι πλέον νεαροί, για να του διαβεβαιώσουν ότι κάνει λάθος.

Ο δάσκαλος και συγγραφέας Τάσος Παπαναστασίου αυτές τις μέρες που κάποιες ευχές πραγματοποιούνται πιο εύκολα, θα έκανε κάποιες αλλαγές στην εκπαίδευση. «Θα αφαιρούσα τη στείρα γνώση. Την άνευ λόγου αποστήθιση και το κυνήγι της αριστείας ως κοινωνικό πρόσημο. Τη λογική της ήσσονος προσπάθειας, την τεμπελιά και την παθητικότητα. Σίγουρα το γκρίζο από την καθημερινότητα των παιδιών στο σχολείο. Την έλλειψη πόρων, την υποχρηματοδότηση, τα παλιά βιβλία, τα ρημαγμένα διδακτήρια, τις παλιές νοοτροπίες και τις αραχνιασμένες λογικές προσέγγισης της εκπαίδευσης. Τις εντυπωσιακές αλλά ανούσιες εκπαιδευτικές δράσεις και τη δυνατότητα να αποφασίζουν για όλα αυτά άνθρωποι που δεν έχουν σχέση με την εκπαίδευση».

Αλλά δε θα έμενε μόνο στο τι θα άλλαζε. Έχει σκεφτεί και τι θα έκανε. «Θα πρόσθετα νέες πρωτοπόρες προσεγγίσεις για τη μάθηση και τη διδασκαλία. Θα μετεκπαίδευα και θα επιμόρφωνα, διαρκώς, τους εκπαιδευτικούς. Θα τους εμπιστευόμουν και θα τους ενέπνεα για τη σπουδαιότητα τους επαγγέλματός μας. Θα έθετα την αριστεία στις πραγματικές της βάσεις ως ενός κριτηρίου επίτευξης των στόχων που αποφασίζονται ανάλογα με τις ικανότητες, τις δεξιότητες και τις δυνατότητες των μαθητών. Θα φρόντιζα για την εκπαίδευση των γονέων στον γονεϊκό τους ρόλο και στη σχέση τους με το σχολείο. Θα φρόντιζα τα σχολεία να γίνουν τόποι φωτεινοί χαράς και δημιουργίας». Με τη νέα χρονιά να μας έχει ήδη προϋπαντήσει, ας ενώσουμε κι εμείς τις ευχές μας γιατί οι χαρούμενοι, φωτισμένοι και καλλιεργημένοι δάσκαλοι, δημιουργούν αντίστοιχους μαθητές και μελλοντικούς καλύτερους συμπολίτες.

Πώς φανταζόσουν τη ζωή ενός δασκάλου όταν αποφάσισες να σπουδάσεις στα 18 σου;

Πρώτα απ’ όλα πρέπει να σου πω πως δεν στόχευα εξαρχής να σπουδάσω δάσκαλος. Η οικογένεια ήθελε να γίνω δικηγόρος. Ο προσανατολισμός ήταν, λοιπόν, να σπουδάσω στη Νομική, και μάλιστα της Θεσσαλονίκης, γιατί τα χρήματα δεν έφταναν για να γίνει αυτό σε κάποια άλλη πόλη της Ελλάδας. Εγώ, πάλι, δεν ήξερα αν αυτό που επιθυμούσε η οικογένεια ήταν το ίδιο με αυτό που επιθυμούσα εγώ.

Τελικά, τα ερωτήματα απαντήθηκαν, όπως γίνεται συνήθως, από την ίδια τη ζωή. Ένα θριαμβευτικό δωδεκάρι στα Λατινικά, στις εξετάσεις εισαγωγής για το πανεπιστήμιο, που απογοήτευσε εμένα και τον αγαπημένο φιλόλογό μου, έλυσε τον γόρδιο δεσμό. Η συντριπτική πλειοψηφία των συνυποψήφιών μου έγραφε 20 στα Λατινικά, οπότε με τη δική μου επίδοση το όνειρο της Νομικής Θεσσαλονίκης απομακρύνθηκε οριστικά. Έτσι, αυτή η αποτυχία, με οδήγησε να σπουδάσω στην Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης και να γίνω δάσκαλος.

Για να επιστρέψω στο ερώτημά σου, η ζωή του δασκάλου μου φάνταζε πάντα γοητευτική. Επηρεασμένος από τους δικούς μου αγαπημένους δασκάλους, από το φως και τη ζεστασιά που προσλάμβανα από αυτούς και αυτές, έβλεπα πως σε αυτό το επάγγελμα δεν γίνεται να χάσεις την ανθρωπιά σου εξαιτίας, ακριβώς, της διαρκούς ενασχόλησης και τριβής με ανθρώπους.

Θυμάμαι, πως, ανάμεσα στα δώρα για την εισαγωγή μου στην Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης, που έλαβα από γονείς, συγγενείς και φίλους ήταν και ένα σεβαστό χρηματικό, για τα μέτρα ενός δεκαοχτάχρονου της εποχής. Το ίδιο απόγευμα πήγα στον Ραγιά (σ.σ. εμβληματικό βιβλιοπωλείο για πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη) και το ξόδεψα σε βιβλία για την προσέγγιση στην εκπαίδευση της Μαρίας Μοντεσσόρι. Έτσι, λοιπόν, μου φάνταζε η ζωή του δασκάλου, τότε. Συναρπαστική, με διαρκή ανάγκη για επιμόρφωση, ζεστή και λαμπερή. Δεν έπεσα και πολύ έξω.

Είχες από μαθητής την ανάγκη κάποια πράγματα που δε σου άρεσαν ή σου έλειπαν να τα εφαρμόσεις αν γινόσουν τελικά δάσκαλος;

Στην ηλικία που έγιναν όλα αυτά, δηλαδή εκεί γύρω στα 18 με 20, τα πράγματα που θέλει να αλλάξει ένας άνθρωπος είναι πολλά. Σχεδόν όλα. Ασφυκτιά από τα πλαίσια και τις φόρμες στις οποίες συμμετέχει, ασφυκτιά από τις οικογενειακές πιέσεις, ασφυκτιά από δεδομένα που τον κατευθύνουν χωρίς αυτός να μπορεί ή να ξέρει πώς, να ξεφύγει και να δημιουργήσει το δικό του μέλλον. Δεν του αρέσει αυτό που ζει και θέλει να τα αλλάξει. Μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτο.

Ναι, είχα μία ανάγκη να δώσω και να πάρω αυτά που δεν πήραν οι δικές μας οι γενιές, ή τέλος πάντων δεν πήρα εγώ και ο δικός μου περίγυρος. Αγάπη, έμπνευση και καλλιέργεια των δεξιοτήτων εκείνων που θα μας μάθαιναν να ανακαλύπτουμε μόνοι μας τη λύση στα μεγάλα μυστήρια που μας περιβάλλουν.

Αυτά έλειπαν, τότε από τα σχολεία, σε μεγάλη κλίμακα, γιατί σε μικροκλίμακα εμείς τα είχαμε. Είχαμε εμπνευσμένους δασκάλους στο δημοτικό (θυμάμαι με αγάπη και νοσταλγία τη δασκάλα μου της Τρίτης δημοτικού την κυρία Ρίτσα και τον δάσκαλό μου της Πέμπτης τον κύριο Δημήτρη Παπαδημητρίου) που μας έμαθαν να αγαπάμε το σχολείο και καθηγητές στο γυμνάσιο, τότε, και στο λύκειο, αργότερα, που μας έδειχναν με τον δικό τους τρόπο πώς να ανακαλύπτουμε τον μέσα και τον έξω κόσμο μας και πώς να διεκδικούμε το δικαίωμά μας στη γνώση. Ήταν σπουδαίοι άνθρωποι εκείνοι οι δάσκαλοι και οι καθηγητές. Φωτεινά μονοπάτια.

Μεγαλώνοντας γίνεσαι καλύτερος δάσκαλος γιατί η εμπειρία έρχεται να προστεθεί στις γνώσεις; Τι είναι αυτό που σε κάνει να θέλεις να είσαι για χρόνια δάσκαλος;

Μεγαλώνοντας γίνεσαι καλύτερος δάσκαλος γιατί αγαπάς τα παιδιά και εξαιτίας αυτού θέλεις να κάνεις όσο καλύτερα μπορείς τη δουλειά σου.

Ξέρεις, το να είσαι δάσκαλος δεν είναι απλό. Όπως όλες οι δουλειές, έτσι και η δική μας, δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται. Αν ήταν απλή, αν ήταν εύκολη, τότε ο καθένας που θα διδασκόταν λίγη ειδική διδακτική θα μπορούσε να την κάνει. Ακόμη και η ογδοντάχρονη μητέρα μου, η οποία αγαπάει πολύ τα παιδιά. Δεν αρκεί, όμως, μόνο η αγάπη για τα παιδιά. Αν και είναι η αρχή, η βάση πάνω στην οποία χτίζεις τις επαγγελματικές σου ικανότητες και δεξιότητες, το εκ των ων ουκ άνευ «συστατικό» ενός καλού δασκάλου, η αγάπη για τα παιδιά, από μόνη της δεν φτάνει.

Η διδασκαλία δεν είναι φιλανθρωπία. Η διδασκαλία είναι επιστημονική εργασία. Για να είσαι ένας αποτελεσματικός δάσκαλος, για να γίνεσαι διαρκώς καλύτερος δάσκαλος, πρέπει να έχεις ένα πολύ ισχυρό και στέρεο θεωρητικό υπόβαθρο, το οποίο να είναι αποτέλεσμα πολλών ωρών θεωρητικής μελέτης, αναζήτησης νέων μεθόδων και διδακτικών προσεγγίσεων. Πρέπει να έχεις ένα υπόβαθρο το οποίο να το ενισχύεις διαρκώς, να το εμπλουτίζεις, μελετώντας νέες έρευνες, νέες μεθόδους, τις εξελίξεις στην πολιτική, επιστημονική και κοινωνική ζωή. Η μελέτη, αν θέλεις να είσαι καλός δάσκαλος και να βελτιώνεσαι διαρκώς, δεν τελειώνει ποτέ. Ίσως μόνο με τη συνταξιοδότηση, αλλά ως τότε έχουμε μπροστά μας πολλά χρόνια ακόμα.

Η εμπειρία και οι γνώσεις έχουν, φυσικά, την ιδιαίτερη σημασία τους. Χωρίς τις γνώσεις δεν γίνεται να είσαι όσο καλύτερος επιστήμονας μπορείς να γίνεις και χωρίς την εμπειρία δεν είσαι σίγουρος εάν αυτά που έχεις διαβάσει, αυτά που έχεις μελετήσει, μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη. Άρα, μεγαλώνοντας γίνεσαι καλύτερος δάσκαλος, γιατί προσπαθείς συνεχώς να κρατιέσαι ενήμερος επιστημονικά, να δοκιμάζεις διαρκώς καινούργιες ιδέες και προτάσεις, να αναστοχάζεσαι πάνω στα αποτελέσματα και να γεύεσαι τις αποτυχίες σου ως ευκαιρίες για νέες περιπέτειες. Το σημαντικότερο είναι να αναζητάς αυτές τις νέες παιδαγωγικές περιπέτειες με πάθος, να τις σκέφτεσαι, να τις οργανώνεις, να τις δοκιμάζεις, να τις βελτιώνεις, αλλά όλα αυτά να τα κάνεις με πάθος, λες και από αυτό εξαρτάται το μέλλον των μαθητών σου. Έτσι γίνεσαι καλύτερος δάσκαλος.

Άρα, για να συνοψίζουμε, γιατί μίλησα πολύ, όπως κάνουμε συνήθως οι δάσκαλοι, αυτό που κατάλαβα καλά, όλα αυτά τα χρόνια που διδάσκω, είναι πως αν δεν αγαπήσεις και δεν αγαπηθείς δεν μπορείς να διδάξεις και να διδαχτείς. Και πως για να διδάξεις και να διδαχτείς πρέπει να λιώσεις πολλά βρακιά στην καρέκλα του γραφείου σου μελετώντας, να εισπνεύσεις πολλή σκόνη κιμωλίας και να αγαπήσεις πολύ τα παιδιά σου. Όλα τα άλλα έρχονται εύκολα.

Θα πρόσθετα νέες πρωτοπόρες προσεγγίσεις για τη μάθηση και τη διδασκαλία. Θα μετεκπαίδευα και θα επιμόρφωνα, διαρκώς, τους εκπαιδευτικούς. Θα τους εμπιστευόμουν και θα τους ενέπνεα για τη σπουδαιότητα τους επαγγέλματός μας.

Τι σε δυσκόλεψε περισσότερο στη διαδρομή σου ως δάσκαλος, από τα πρώτα χρόνια έως σήμερα;

Δυστυχώς, δεν είναι μόνο ένα. Πρώτο απ’ όλα είναι η παντελής εγκατάλειψη από την πλευρά της πολιτείας. Κάποιος νέος εκπαιδευτικός, που τελειώνει τη σχολή του, εγκαταλείπεται, ουσιαστικά, από την πολιτεία, απολύτως μόνος στη διάρκεια της επαγγελματικής του καριέρας.

Αυτά τα τριάντα χρόνια που βρίσκομαι στα σχολεία δεν έγινε καμία συστηματική προσπάθεια για να αναβαθμιστεί ο ρόλος μας. Εννοώ πως δεν έγινε καμία συστηματική προσπάθεια για επιμόρφωση, για εισαγωγή νέων μεθόδων, για έμπνευση σε σχέση με τη σπουδαιότητα τους επαγγέλματος. Ό,τι κάναμε, όσοι το κάναμε, και η αλήθεια είναι πως είμαστε πολλοί, το κάναμε μόνοι μας με τη βοήθεια λίγων ανοιχτόμυαλων δασκάλων μας στο πανεπιστήμιο.

Κανείς δεν ασχολήθηκε με την εκπαίδευση, μέρος της οποίας είμαστε και όσοι διδάσκουμε, από αυτούς που όριζαν τις τύχες της σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Εννοώ, κανείς δεν ασχολήθηκε με την εκπαίδευση τόσο όσο της αξίζει, ως ένας από τους σημαντικότερους θεσμούς αλλαγής και ανάπτυξης της κοινωνίας και της χώρας. Ίσως να εξαιρούσαμε κάποιες από τις τομές της εκπαιδευτικής πολιτικής της δεκαετίας του ’80, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση, άλλων ειδικοτήτων. Τελικά, θα μπορούσε κανείς να πει με βεβαιότητα πως, και αυτό είναι ένα πολύ πικρό συμπέρασμα, η διατήρηση της ποιότητας της ελληνικής εκπαίδευσης και το ότι αυτή στέκεται όρθια επαφίεται και οφείλεται αντιστοίχως στο φιλότιμο και τη φιλοπατρία των εν ενεργεία Ελλήνων εκπαιδευτικών.

Μία άλλη δυσκολία είναι η καθημερινότητα της τάξης. Ξέρεις, όταν βρίσκεσαι σε μία σχολική τάξη, η προσωπική σου ζωή, οι στιγμές της προσωπικής σου αδυναμίας, τα πιθανά σου προβλήματα είναι μια πολυτέλεια που δεν την έχεις. Δεν επιτρέπεται να την έχεις. Απέναντί σου έχεις τα παιδιά σου. Και αυτά τα παιδιά, των οποίων η ηλικία στη δική μας βαθμίδα δεν ξεπερνά τα δώδεκα χρόνια, έχουν τις δικές τους διαδρομές, τα δικά τους προβλήματα, τα οποία είναι απολύτως σε υψηλότερη προτεραιότητα από τα αντίστοιχα του δασκάλου τους. Και εσύ, ο δάσκαλός τους, ο οποίος είσαι ένας πολύ σημαντικός ενήλικας γι’ αυτά τα παιδιά, πρέπει να ανιχνεύσεις, να αφουγκραστείς, να σκιαγράψεις, να συναισθανθείς, να σκεφτείς λύσεις για τα θέματα που τα παιδιά σου αντιμετωπίζουν. Πίστεψέ με αυτό είναι δύσκολο. Και απαιτεί υψηλή και διαρκή ετοιμότητα για να το αντιμετωπίσεις σωστά. Βλέπεις, οι μαθητές μας είναι άνθρωποι και σαν ανθρώπους πρέπει να τους αντιμετωπίζεις, ανθρώπους με τα δικαιώματα που έχουν όλοι στον σεβασμό, στην αγάπη, στη μάθηση, στη μόρφωση σε όλα αυτά που πρέπει να τους προσφέρεις. Είναι λυτρωτική γιατί σε κάνει καλύτερο άνθρωπο αυτή η διαδικασία αλλά είναι, ταυτόχρονα και εξαιρετικά αφυδατική.

Άλλες δυσκολίες είναι τα θέματα που αντιμετωπίζουν τα παιδιά που κάποτε τα αποκαλούσαμε τα παιδιά των πίσω θρανίων, τότε, που οι μαθητές δεν κάθονταν σε ομάδες μέσα στην τάξη, αλλά στα θρανία τους δύο δύο. Τα παιδιά αυτά είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν δάσκαλο. Πρέπει να βρεις τρόπους να εξορύξεις τα προβλήματα, να τα φέρεις στο φως και να τα λύσεις, προστατεύοντάς τα από τις στερεοτυπικές αντιδράσεις των υπολοίπων μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας. Είναι ένα δύσκολο και απαιτητικό στοίχημα που αν το κερδίσεις, ως δάσκαλος, αισθάνεσαι ευτυχής.

Τέλος, θα μπορούσα να αναφέρω ως πρόβλημα την απαξίωση του επαγγέλματός μας από την υπόλοιπη κοινωνία. Ξέρεις, αυτά που ακούγονται για την τεμπελιά των δασκάλων, για τις διακοπές και τους υψηλούς μισθούς σε σχέση με το τι προσφέρουμε, αφού δουλεύουμε τόσο λίγο, αλλά, πλέον, δεν ασχολούμαι σοβαρά γιατί ξέρω πως κανείς ο οποίος δεν δίδαξε έστω και ένα μήνα σε μία τάξη, δεν μπορεί να αντιληφθεί τη σπουδαιότητα του επαγγέλματός μας και τη σοβαρότητα των δυσκολιών του. Απλά, αυτά όλα, αφήνουν μία πικρή επίγευση, η οποία, τελικά, απαλύνεται από τα παράσημα αγάπης που παίρνουμε από τα παιδιά μας.


Πώς ήταν η καθημερινότητά σου στο σχολείο πριν 20 χρόνια και πώς είναι τώρα;

Δεν άλλαξε και πολύ. Αυτό που έκανα συνεχίζω να κάνω. Ίσως περισσότερο ήρεμα και αποφασιστικά απ’ ό,τι το έκανα παλαιότερα, αλλά είναι σχεδόν το ίδιο.
Ο δάσκαλος είναι εκλαϊκευτής της γνώσης που σωρεύει η ανθρωπότητα με τις επιστημονικές ανακαλύψεις, τις κοινωνικές αναταραχές, τις καταστροφές, τους πολέμους, τις σπουδαίες στιγμές του ανθρώπινου πνεύματος, των προβλημάτων που δημιουργούνται από τη «χρήση» του πλανήτη από το είδος μας. Άρα, ως εκλαϊκευτής της γνώσης, προσπαθώ να είμαι ενήμερος διαρκώς και να μεταφέρω αυτή τη γνώση στα παιδιά, προσαρμοσμένη στα δεδομένα της ηλικίας τους. Τώρα αυτό είναι σχετικά πιο εύκολο, υπάρχει το διαδίκτυο, η πρόσβαση στη γνώση και στην πληροφορία είναι περισσότερο εύκολη, άρα είναι και μεγαλύτερες οι απαιτήσεις. Αλλά όπως σου είπα και πριν, η εμπειρία με βοηθά να το κάνω περισσότερο αποτελεσματικά, αποφασιστικά και ήρεμα.

Αν μπορούσες, τι παραπάνω θα υιοθετούσες στο πρόγραμμα το εκπαιδευτικό; Τι θα αφαιρούσες;

Είναι τόσο σύνθετο αυτό που ρωτάς που ίσως θα χρειαζόμασταν μια ολόκληρη συνέντευξη για να το συζητήσουμε. Άρα θα προσπαθήσω να απαντήσω στην ερώτησή σου σχηματικά και συμβολικά. Το αδικούμε το θέμα έτσι, αλλά ας είναι.

Θα αφαιρούσα τη στείρα γνώση. Την άνευ λόγου αποστήθιση και το κυνήγι της αριστείας ως κοινωνικό πρόσημο. Τη λογική της ήσσονος προσπάθειας, την τεμπελιά και την παθητικότητα. Σίγουρα το γκρίζο από την καθημερινότητα των παιδιών στο σχολείο. Την έλλειψη πόρων, την υποχρηματοδότηση, τα παλιά βιβλία, τα ρημαγμένα διδακτήρια, τις παλιές νοοτροπίες και τις αραχνιασμένες λογικές προσέγγισης της εκπαίδευσης. Τις εντυπωσιακές αλλά ανούσιες εκπαιδευτικές δράσεις και τη δυνατότητα να αποφασίζουν για όλα αυτά άνθρωποι που δεν έχουν σχέση με την εκπαίδευση.

Έχω δει παιδιά που άνθισαν από την έμπνευση και την καθοδήγηση σπουδαίων δασκάλων. Έχω δει παιδιά που ακόμη και οι γονείς τους δεν πίστευαν σε αυτά και τελικά έγιναν σπουδαίοι ενήλικες γιατί οι δάσκαλοί τους τούς έσπρωξαν να βρουν την κλίση τους, τη σπουδαιότητα και τη μοναδικότητά τους. Τους οδήγησαν, και ας μην έμαθαν ποτέ τους καλά τον πολλαπλασιασμό, να αντιληφθούν πως όλα είναι δυνατόν να συμβούν αν δουλεύεις συστηματικά και με πείσμα, αν δεν κουράζεσαι να βάζεις στόχους εφικτούς αλλά και σπουδαίους, αν δεν παλεύεις να τους πετύχεις και αν σου αρέσει αυτό που κάνεις.

Θα πρόσθετα νέες πρωτοπόρες προσεγγίσεις για τη μάθηση και τη διδασκαλία. Θα μετεκπαίδευα και θα επιμόρφωνα, διαρκώς, τους εκπαιδευτικούς. Θα τους εμπιστευόμουν και θα τους ενέπνεα για τη σπουδαιότητα τους επαγγέλματός μας. Θα έθετα την αριστεία στις πραγματικές της βάσεις ως ενός κριτηρίου επίτευξης των στόχων που αποφασίζονται ανάλογα με τις ικανότητες, τις δεξιότητες και τις δυνατότητες των μαθητών. Θα φρόντιζα για την εκπαίδευση των γονέων στον γονεϊκό τους ρόλο και στη σχέση τους με το σχολείο. Θα φρόντιζα τα σχολεία να γίνουν τόποι φωτεινοί χαράς και δημιουργίας.

Και, τέλος, θα προσπαθούσα να πάρει μεταξύ των μελών της κοινωνίας της χώρας μας η εκπαίδευση τον ρόλο που της ανήκει. Να γίνει ο θεσμός της μετεξέλιξής της καθώς θα πρόσθετα σ την εκπαίδευση τον γενικό διαφωτισμό, ο οποίος δημιουργεί ένα πνευματικό, πολιτιστικό και κοινωνικό κλίμα που οδηγεί σε καλύτερες και φωτεινότερες μέρες.

Όλα αυτά, φυσικά, φαντάζουν αδύνατο να συμβούν στην παρούσα φάση που τα πράγματα στην πατρίδα μας είναι όπως είναι. Θα πρότεινα να αφήσουμε αυτή τη συζήτηση για μια άλλη φορά, καθώς όλες αυτές οι σκέψεις αφήνουν μία αίσθηση συνολικής αποτυχίας αν δει κανείς προσεκτικά όσα συμβαίνουν στα σχολεία, όχι από κάποιους, που επαναλαμβάνω είναι πολλοί, φωτισμένους δασκάλους, οι οποίοι κάνουν σπουδαία πράγματα στις μικροκλίμακες των σχολείων τους, αλλά από την αντιμετώπιση της πολιτείας απέναντι στην εκπαίδευση.

Αισθάνομαι πολύ τυχερός που απέτυχα στις πανελλήνιες και δεν έγινα δικηγόρος. Θα κέρδιζα, ίσως, περισσότερα χρήματα αλλά θα έχανα όλα αυτά που έχω ζήσει μέχρι τώρα, αλλά και τα παράσημα που έλαβα έως τώρα από τους μαθητές μου και τους γονείς τους.

Πρόσφατα έκανες μία αλλαγή στην επαγγελματική σου πορεία. Τι σε έσπρωξε στην απόφασή σου να μεταπηδήσεις στην ιδιωτική εκπαίδευση, και συγκεκριμένα στη Διεύθυνση του Δημοτικού Σχολείου της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής Θεσσαλονίκης;

Ναι, έκανα μία αλλαγή η οποία πρέπει να σου ομολογήσω πως δεν ήταν εύκολη απόφαση. Εκτός από τα πρακτικά προβλήματα που προέκυψαν, όπως η παραίτηση από τη σιγουριά του δημοσίου και όλα τα τεχνικά θέματα που τελικά λύθηκαν, εκείνο που με απασχόλησε περισσότερο από όλα είναι πως από τη θέση του διευθυντή μίας σχολικής μονάδας δεν έχεις την καθημερινή τριβή με τους μαθητές σου μέσα στην τάξη. Αλλά, όπως θα σου πω και παρακάτω, και αυτό λύθηκε.

Λοιπόν, το σχολείο στο οποίο, από το Σεπτέμβριο, δουλεύω έχει κάτι που το κάνει πολύ ξεχωριστό. Θα τολμούσα να πω το κάνει πρωτοπόρο. Έχει μια εξαιρετικά επιτυχημένη προσέγγιση στα εκπαιδευτικά θέματα. Περηφανεύεται, και πλέον περηφανεύομαι και εγώ, πως βάζει στο επίκεντρο της παιδαγωγικής φιλοσοφίας του την βιωματική εκπαίδευση.

Αυτό σημαίνει πως στο πολύχρωμο καμίνι της καθημερινότητάς του οι εμπειρίες και οι εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών του έχουν κυρίαρχο ρόλο. Όλα ξεκινούν και τελειώνουν από αυτή τη βάση. Οργανώνουμε έτσι την εκπαιδευτική διαδικασία, με πλήθος εκπαιδευτικών βιωματικών δράσεων, ώστε οι μαθητές μας δεν αντιμετωπίζουν τη διαδικασία της μάθησης ως μία ακόμη τυπική υποχρέωση, αλλά ως μία σπουδαία και συναρπαστική καθημερινότητα.

Ανακαλύπτουν τη γη στον λαχανόκηπό μας, διαβάζουν με σπουδαίους λογοτέχνες και καλλιτέχνες, πολύ πρόσφατα ήταν, ως παράδειγμα το αναφέρω, μαζί μας ο Φοίβος Δεληβοριάς, αλλά διαβάζουν και με τους γονείς τους, οι οποίοι επισκέπτονται τις τάξεις των παιδιών τους, μαγειρεύουν με τη διατροφολόγο του σχολείου αλλά και -πάλι- με τους γονείς τους και τους δασκάλους τους, διδάσκονται αγγλικά με πρωτοποριακό και εξαιρετικά αποτελεσματικό τρόπο, προσεγγίζουν την ελληνική γλώσσα μέσα από την επικοινωνιακή προσέγγισή της, ανακαλύπτουν τα μεγάλα μυστήρια στο εργαστήριο STEM, το οποίο είναι απολύτως εξοπλισμένο, ανακαλύπτουν την τέχνη και τη μουσική και τον ρόλο που αυτές παίζουν στην πορεία της ανθρωπότητας, μαθαίνουν τα μυστικά της αρχιτεκτονικής και της ρομποτικής, κάνουν ποδηλασία και όλα τα αθλήματα που τους συναρπάζουν, έρχονται σε διαρκή επαφή με τις τεχνολογίες της πληροφορίας και άλλα ακόμη που ως στόχο έχουν την ανακάλυψη της γνώσης με υψηλά ακαδημαϊκά κριτήρια και αντίστοιχες απαιτήσεις, αλλά και με διαρκή εκμάθηση της δυνατότητας να ανακαλύπτουν τη γνώση μόνοι τους.

Τελικά, είναι μια απολύτως συναρπαστική εμπειρία να διευθύνει κανείς ένα τέτοιο σχολείο. Και αυτός ήταν ο βασικός λόγος για την αλλαγή στην επαγγελματική μου πορεία.

Έγραψες ένα βιβλίο αστυνομικό μυθιστόρημα που είχε μία εξαιρετική πορεία. Ετοιμάζεις και δεύτερο. Πως ήταν η εμπειρία συγγραφής και γιατί συνεχίζεις;

Η δουλειά του δασκάλου σου προσφέρει τη δυνατότητα να έρχεσαι αντιμέτωπος με πολλές διαφορετικές ανθρώπινες ιστορίες. Αυτές αποτελούν κίνητρα για να σκεφτείς πάνω στα αδιέξοδα και τα μυστήρια της ανθρώπινης ύπαρξης και συσσωρεύουν μέσα σου πολλά που ψάχνουν τρόπο να εκφραστούν. Γι’ αυτό έγραψα το πρώτο βιβλίο. Ήταν μία ανάγκη να βγουν από μέσα μου πολλά από αυτά που έζησα και είδα. Ήταν μία συναρπαστική και πρωτόγνωρη εμπειρία. Και πολύ κουραστική. Άφησε πίσω της υπολείμματα που πρέπει να επεξεργαστούν και να γραφτούν και αυτά. Για να μείνουν γραμμένα. Ακούγεται, λίγο, ματαιόδοξο, το ξέρω, αλλά η ανάγκη μου αυτή δηλώνεται καλύτερα από τον στίχο του Σαββόπουλου «μέσα μου έχω πράμα, ζορισμένο και βουβό». Πρέπει όλο αυτό να βγει. Και η συγγραφή είναι ένας τρόπος που βοηθάει στην αποσυμπίεση.

Δηλώνεις και δημοσίως ότι δε θα άλλαζες την επιλογή σου να γίνει δάσκαλος; Ίσως καθηγητής;

Όχι, δεν θα την άλλαζα. Αισθάνομαι πολύ τυχερός που απέτυχα στις πανελλήνιες και δεν έγινα δικηγόρος. Θα κέρδιζα, ίσως, περισσότερα χρήματα αλλά θα έχανα όλα αυτά που έχω ζήσει μέχρι τώρα αλλά και τα παράσημα που έλαβα έως τώρα από τους μαθητές μου και τους γονείς τους.

Ξέρεις, κανείς δεν έγινε πλούσιος από την Υπόσχεση της Παιδαγωγικής, από την καθημερινή μάχη στις τάξεις. Όλοι το ξέρουν αυτό. Όμως, εμείς οι δάσκαλοι ξέρουμε και κάτι που δεν το ξέρει ο πολύς κόσμος. Ξέρουμε ότι η δουλειά μας δεν πληρώνεται με κανένα νόμισμα παρά μόνο με την αγάπη και την αναγνώριση των παιδιών μας και των γονιών τους. Ξέρω, ακούγεται ρομαντικό και ολίγον τι μελό αλλά έτσι είναι. Απολύτως έτσι.

Οι περισσότερες μεγάλες προσωπικότητες μιλούν για τους φωτισμένους δασκάλους που είχαν. Ένας καλός δάσκαλος όμως χρειάζεται και ανάλογους μαθητές. Υπήρχαν χρονιές που οι μαθητές σε ενέπνευσαν περισσότερο από άλλες χρονιές;

Όχι. Κάθε φορά το στοίχημα είναι το ίδιο. Κανείς δεν περισσεύει από τους μαθητές σου. Κανείς δεν πρέπει να αδικείται από εσένα. Κανείς δεν πρέπει να μένει πίσω. Ούτε ένας λιγότερος.

Μπορεί τελικά ένας δάσκαλος να σώσει ένα μαθητή;

Ναι, μπορεί. Το έχω δει να συμβαίνει. Έχω δει παιδιά που άνθισαν από την έμπνευση και την καθοδήγηση σπουδαίων δασκάλων. Έχω δει παιδιά που ακόμη και οι γονείς τους δεν πίστευαν σε αυτά και τελικά έγιναν σπουδαίοι ενήλικες γιατί οι δάσκαλοί τους τούς έσπρωξαν να βρουν την κλίση τους, τη σπουδαιότητα και τη μοναδικότητά τους. Τους οδήγησαν, και ας μην έμαθαν ποτέ τους καλά τον πολλαπλασιασμό, να αντιληφθούν πως όλα είναι δυνατόν να συμβούν αν δουλεύεις συστηματικά και με πείσμα, αν δεν κουράζεσαι να βάζεις στόχους εφικτούς αλλά και σπουδαίους, αν δεν παλεύεις να τους πετύχεις και αν σου αρέσει αυτό που κάνεις.

Και αυτή είναι, τελικά, η κύρια δουλειά των δασκάλων. Να εμπνέουν τα παιδιά τους ώστε να γίνουν πολίτες του κόσμου και ταξιδευτές της γνώσης και του απείρου που απλώνεται μπροστά τους. Και αυτό γίνεται εφικτό και πραγματικότητα αν και οι δυο πλευρές τολμούν, αν και οι δυο πλευρές, μαθητές και δάσκαλοι, θυμούνται αυτό που ο Walt Whitman γράφει:

«Ότι είσαι εδώ – ότι ζωή υπάρχει, και ταυτότητα.
Ότι το παντοδύναμο παιχνίδι συνεχίζεται,
και συ μπορείς να συνεισφέρεις μια στροφή»

Αρθρογράφος

Δημοσιογράφος, διευθυντής του περιοδικού Athletics Magazine, συνεπιμελητής και συνδιοργανωτής της Cheap Art στη Θεσσαλονίκη, παρουσιαστής του ταξιδιωτικού ντοκιμαντέρ PEDAL, καλλιτέχνης φωτογράφος, σύμβουλος δημοσίων σχέσεων σε εταιρείες, μαραθωνοδρόμος, αστικός αναβάτης ποδηλάτου, κολυμβητής ανοιχτής θάλασσας, ταξιδιώτης, Θεσσαλονικιός που ζει στην Αθήνα.

Σχολιασμός

Σχολιασμός