«The Menu» | Ταινία-Καταπέλτης στην Κουλτούρα του Fine Dining

Πρόσφατα, παρακολούθησα την ταινία «The Menu» με τους Ralph Fiennes («Ο Άγγλος Ασθενής», «Ξενοδοχείο Grand Budapest», «Χάρι Πότερ»), Nicholas Hoult («Για ένα Αγόρι», «Mad Max», «X-Men») και Anya Taylor-Joy («The Queen’s Gambit») σε σκηνοθεσία του Mark Mylod («Game of Thrones», «Succession»). Ομολογώ πως πρώτη φορά παρακολούθησα μαύρη κωμωδία με κεντρικό θέμα το φαγητό να εξελίσσεται γρήγορα σε… θρίλερ.

«Τι τρώμε, Rolex;»

Ένα νέο ζευγάρι αποφασίζει να δειπνήσει μαζί με άλλους εκλεκτούς (κριτικούς φαγητού, δημοσιογράφους, foodies, ανθρώπους της ελίτ) σε πριβέ members-only εστιατόριο στο ιδιωτικό νησί Hawthorne, για να απολαύσουν τα θρυλικά γαστριμαργικά πιάτα του διάσημου εκκεντρικού chef Slowik, με κόστος 1.250 δολάρια το κεφάλι.

Με ένα διπλό χειροκρότημα, ο chef παρουσιάζει τα μεγαλειώδη πιάτα του, το ένα πιο εντυπωσιακό από το άλλο. Σιγά σιγά όμως, αποκαλύπτονται τα πραγματικά του κίνητρα για τους πελάτες του και η πλοκή προκαλεί φόβο και δέος… «Τι τρώμε, Rolex ;» διερωτάται η δύσπιστη Margot, την οποία υποδύεται η Anya Taylor-Joy, ενώ ο σύντροφός της Tyler, τον οποίο υποδύεται ο Nicholas Hoult, φωτογραφίζει εμμονικά τα πιάτα με το iPhone, θεωρώντας τον εαυτό του τον πιο τυχερό foodie του κόσμου που βρίσκεται σε αυτήν τη γευσιγνωσία.

Fine (?) Dining

Ο σκηνοθέτης Mark Mylod «πετσοκόβει» τον κόσμο του fine dining και ξεγυμνώνει το επιφανειακό στερέωμα στο οποίο θεωρεί πως είναι χτισμένος. «Έχετε έρθει πάνω από 10 φορές στο εστιατόριο, αλλά δεν θυμάστε κανένα πιάτο μου», λέει εξαγριωμένος ο Slowik σε ευκατάστατο ζευγάρι της ελίτ, υπογραμμίζοντας τη ματαιοδοξία του ως chef όταν διαπιστώνει το ακαλλιέργητο γαστρονομικά κοινό στο οποίο απευθύνεται.

Ουσιαστικά, ο σκηνοθέτης κάνει αιχμηρή σάτιρα των «ελίτ» του κόσμου της υψηλής γαστρονομίας –κριτικούς φαγητού, διασημότητες, «καλοφαγάδες» και αυτοαποκαλούμενους «connoisseurs»-, οι οποίοι θεωρούν πως διαθέτουν την ίδια γνώση με τον δημιουργό των εντυπωσιακών πιάτων, ενώ στην πραγματικότητα το φαγητό δεν σημαίνει πολλά για εκείνους, απλώς είναι μέσο ένδειξης κοινωνικού status και εξουσίας.

Ακριβό «Σπορ»

Ακόμα, σχολιάζεται το πόσο παράλογα ακριβά και «avant garde» έχουν γίνει ορισμένα fine dining εστιατόρια στον κόσμο, αποδομώντας ταυτόχρονα την υποκριτική τους κουλτούρα. Το επικό storytelling με το οποίο ο chef Slowik παρουσιάζει τα πιάτα του στην ταινία πρεσβεύει τη σημασία της εμπειρίας και του γαστρονομικού ταξιδιού που ενδεχομένως να εκπίπτει στις μέρες μας από την τυποποίηση, το ψυχρό κλίμα και την περιττή πολυπλοκότητα.

Τα πιάτα του Slowik είναι φημισμένα για την τεχνική αρτιότητά τους, το αψεγάδιαστο στήσιμο και τη νοστιμιά τους. Το μόνο πρόβλημα είναι πως… δεν φαίνεται να έχουν χορτάσει όλοι στο κλείσιμο του γαστρονομικού αυτού ταξιδιού. Το αποκορύφωμα της ταινίας είναι η σκηνή όπου η Margot δηλώνει εξοντωμένη από την πολυπλοκότητα των πιάτων που της παρουσιάζονται και θυμωμένη που ακόμα πεινάει. Με τόλμη και γοητεία, ζητάει από τον chef να της φτιάξει ένα απλό, αλλά ζουμερό burger, που θα απολαύσει χωρίς ενοχές και που θα τη χορτάσει.

Στον chef ενσαρκώνεται το στοιχείο του ναρκισσισμού και έμμεσα ασκείται κριτική για το επάγγελμα του μάγειρα στις μέρες μας. Τίθεται στο τραπέζι το θέμα της υπερβολικής δύναμης που μπορεί να θεωρήσουν πως έχουν ορισμένοι chefs, οι οποίοι φαντασιώνονται τον εαυτό τους ως… δικτάτορα, επιστήμονα, χειρουργό κ.ο.κ., έχοντας έναν στόλο από υπάκουους υπαλλήλους που δέχονται την όποια εντολή τούς δώσει χωρίς αντίρρηση.

Η Επίγευση της Ταινίας

Φεύγοντας από τον κινηματογράφο με ψυχαγωγική επίγευση, είχα μικτά συναισθήματα για το έργο που μόλις είχα δει. Η ταινία ξεγύμνωσε αρκετές αλήθειες για το πόσο υπερεκτιμημένο μπορεί να γίνει το φαγητό, την ημιμάθεια του κοινού στο οποίο απευθύνεται και την ψευτοκουλτούρα και μεγαλομανία που ενίοτε μπορεί να επικρατεί.

Παρότι fan του ωραίου και εντυπωσιακού, τολμώ να πω πως δημιουργήθηκαν ερωτήματα για το κατά πόσο αξίζουν ορισμένα high-end εστιατόρια υψηλής γαστρονομίας στον κόσμο, αν αναλογιστούμε πως σε κάποια από αυτά δεν απολαμβάνουμε το γεύμα. Δηλώνω ένοχη, αλλά κι εμένα μου έχει τύχει να φύγω από fine dining εστιατόριο και να έχω ονειρευτεί ένα απλό burger για να χορτάσω…

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:

Αrt de la Table: Οι Kαλοί Tρόποι στο Tραπέζι Eίναι Tέχνη

Μια Βαθιά Φεμινιστική Ταινία Στην Πρώτη Θέση του TOP 100

Ο «Λευκός Θόρυβος» ή το Θορυβώδες Αλαλούμ

Χριστουγεννιάτικο Στεφάνι με Kατσικίσιο Tυρί, Βlue Cheese και Mαρμελάδα

 

 

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
Food & Restaurants Editor
Food & Restaurants Editor

Απόφοιτη του Κολλεγίου Αθηνών-Ψυχικού, η Μαρία Λουίζα Βαφειαδάκη σπούδασε Business Management (BA) στο University of York της Αγγλίας και στη συνέχεια έκανε το μεταπτυχιακό της σε International Marketing (MSc) στο King’s College London. Επιπλέον, κατέχει πτυχίο σε Digital Marketing από το ALBA Graduate Business School κι έχει ολοκληρώσει σεμινάρια για το Digital Marketing & E-Commerce στην ΕΕΔΕ. Ξεκίνησε την καριέρα της στο χώρο του marketing και της επικοινωνίας, όπου έχτισε προϋπηρεσία στα τμήματα marketing πολυεθνικών και ελληνικών εταιρειών με διεθνώς καθιερωμένα brand names στους κλάδους του Food & Beverage, της ψυχαγωγίας, της τηλεόρασης και της τεχνολογίας. Σήμερα εργάζεται ως Marketing & Communications Strategist με εξειδίκευση σε Digital Marketing. Tο πάθος της για το χώρο της γαστρονομίας ξεκίνησε από την παιδική της ηλικία. Αρθρογραφεί σε portals γαστρονομίας κι επιμελείται τις στήλες γαστρονομίας σε καταξιωμένα μέσα, εμπλουτίζοντας συνεχώς τις γνώσεις και εμπειρίες της μέσα από τα ταξίδια που τόσο αγαπάει. Στην αθηΝΕΑ μοιράζεται μαζί μας τις εντυπώσεις της από κορυφαία εστιατόρια της Ελλάδας και του εξωτερικού, συνεντεύξεις της από καταξιωμένους Έλληνες και ξένους σεφ και γράφει για σύγχρονα θέματα που αφορούν την τέχνη της γαστρονομίας. Μιλάει άπταιστα τρεις γλώσσες κι έχει ταξιδέψει σε τέσσερις ηπείρους, σε περισσότερες από 15 χώρες.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+