Η ιστορία της κοινωνικής προόδου δεν γράφτηκε ποτέ με την εμμονή στις βεβαιότητες, αλλά με την τόλμη του πειραματισμού. Κάθε δικαίωμα που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο ξεκίνησε κάποτε ως μια «αιρετική» αμφισβήτηση ενός κατεστημένου που φάνταζε ακλόνητο.
Καθώς οι παλιές συνταγές δείχνουν τα όριά τους, βρισκόμαστε ξανά σε ένα σημείο καμπής όπου η ανάγκη για ρηξικέλευθες πολιτικές δεν είναι πλέον μια θεωρητική πολυτέλεια, αλλά μια επιτακτική αναγκαιότητα.
Σήμερα εξετάζουμε τρία μέτωπα όπου η παράδοση συγκρούεται με την καινοτομία: τη διαχείριση των ναρκωτικών, την αστική κινητικότητα και την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Από την Πορτογαλία που επαναπροσδιόρισε τον εθισμό ως ζήτημα υγείας και όχι εγκλήματος μέχρι το Λουξεμβούργο και το Βελιγράδι που «ξεκλειδώνουν» τις πόλεις τους μέσω των δωρεάν μετακινήσεων, το διακύβευμα παραμένει το ίδιο: η αναζήτηση μοντέλων που υπηρετούν τον άνθρωπο και το περιβάλλον αντί για την αδράνεια του παρελθόντος.
Στην καρδιά αυτής της μετάβασης βρίσκεται η 4ήμερη εργασία. Σε έναν κόσμο όπου η τεχνητή νοημοσύνη αναλαμβάνει το βάρος της παραγωγής και οι αποστάσεις εκμηδενίζονται ψηφιακά, η ανάκτηση του χρόνου μας αποτελεί την επόμενη μεγάλη επανάσταση.
Το ρίσκο της −έστω μερικής− αποτυχίας αυτών των κοινωνικών πειραμάτων που εξετάζονται είναι υπαρκτό και διδακτικό. Όμως, το ρίσκο της προσκόλλησης σε δομές που «οδηγούν σε τοίχο» είναι κατά πολύ μεγαλύτερο.
Ωστόσο, μόνο όταν οι κοινωνίες πειραματίζονται, αποτυγχάνουν, μαθαίνουν και τελικά εξελίσσονται, αποδεικνύουν ότι ο «καλύτερος κόσμος» δεν είναι μια φαντασίωση, αλλά το αποτέλεσμα μιας διαρκούς, θαρραλέας δοκιμής.
Ναρκωτικά: Eγκληματική Ενέργεια ή Ασθένεια;
Πολλοί συγκρίνουν το καθεστώς της παράνομης χρήσης των ναρκωτικών με εκείνο της ποτοαπαγόρευσης τη δεκαετία του ’30 στην Αμερική. Το πείραμα της ποτοαπαγόρευσης απέτυχε και πέρασε στις σελίδες της ιστορίας. Μέχρι την ανάκλησή της, η παράνομη αγορά γιγαντώθηκε, πολλοί θησαύρισαν παρανομώντας, ενώ η δημόσια υγεία τέθηκε σε κίνδυνο από αποστάξεις αμφιβόλου προέλευσης.
Σε αντίθεση με το αλκοόλ, τα ναρκωτικά παραμένουν παγκοσμίως σε καθεστώς παρανομίας, γι’ αυτό, η γενναία απόφαση που πήρε η Πορτογαλία το 2001, την οποία υποστήριξε ένας πολυκομματικός συνασπισμός, προσέλκυσε την παγκόσμια προσοχή: επαναπροσδιόρισε το πρόβλημα του εθισμού, αντιμετωπίζοντας πλέον τους χρήστες όχι ως εγκληματίες, αλλά ως ασθενείς.
Γιατί τότε και γιατί η Πορτογαλία;
Ένας στους 100 Πορτογάλους πάλευε με τον εθισμό του στην ηρωίνη, αλλά στον νότο, απ’ όπου ξεκίνησε η κρίση, ο αριθμός ήταν ακόμη υψηλότερος. Η Λισαβόνα εκείνη την εποχή ήταν, κυριολεκτικά, η «πρωτεύουσα της ηρωίνης στην Ευρώπη». Ως επακόλουθο, η λοίμωξη από τον HIV είχε φτάσει σε ιστορικό υψηλό – το υψηλότερο στην Ευρώπη.
Ωστόσο, η διακίνηση ναρκωτικών παραμένει ποινικό αδίκημα. Δεν διώκονται εκείνοι που έχουν στην κατοχή ναρκωτικά για προσωπική χρήση, οι οποίοι παραπέμπονται σε ομάδες επαγγελματιών υγείας και κοινωνικής πρόνοιας που αξιολογούν το επίπεδο εθισμού του χρήστη και παρέχουν θεραπευτική υποστήριξη.
Η πολιτική της Πορτογαλίας βασίζεται σε τρεις πυλώνες: πρώτον, ότι δεν υπάρχουν μαλακά ή σκληρά ναρκωτικά, μόνο υγιείς και ανθυγιεινές σχέσεις με τα ναρκωτικά· δεύτερον, ότι η ανθυγιεινή σχέση ενός ατόμου με τα ναρκωτικά συχνά υποκρύπτει προβληματικές σχέσεις με αγαπημένα πρόσωπα, με τον κόσμο γύρω του και με τον εαυτό του· και τρίτον, ότι η εξάλειψη όλων των ναρκωτικών είναι ένας αδύνατος στόχος.
Μια μελέτη του 2015 έδειξε ότι το κοινωνικό κόστος της χρήσης ναρκωτικών μειώθηκε κατά 18% την πρώτη δεκαετία, ενώ μειώθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό οι θάνατοι και ο αριθμός των διαγνώσεων HIV που συνδέονται με τη χρήση.
Όμως, οι έμποροι ναρκωτικών συνέχισαν να χρησιμοποιούν την Πορτογαλία ως σημείο εισόδου για την πρόσβαση στην παράνομη αγορά ναρκωτικών της Ευρώπης, ενώ η οικονομική κρίση της χώρας οδήγησε σε περικοπές προγραμμάτων. Οι αποδεδειγμένα μακροπρόθεσμες ωφέλειες άρχισαν να υποχωρούν. Όπως λένε χαρακτηριστικά οι εμπλεκόμενοι, «τα συστήματα απαιτούν συντήρηση. Η διατήρηση της αλλαγής δεν συμβαίνει από μόνη της».
Το παράδειγμα της Πορτογαλίας ακολούθησε το 2020 το Όρεγκον των ΗΠΑ. Ωστόσο, η πολιτική πάγωσε το 2024, καθώς οι θάνατοι από υπερβολική δόση, εδώ, αυξήθηκαν. Οι ειδικοί, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι συνδέονται με το φάρμακο φαιντανύλη (ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο συνθετικό οπιοειδές) που σάρωσε τη χώρα ταυτόχρονα, παρά με την ίδια την πολιτική. Η σύμπτωση της αποποινικοποίησης την ίδια περίοδο με την έλευση της φαιντανύλης δημιούργησε μια «τέλεια καταιγίδα», καθιστώντας δύσκολο τον διαχωρισμό της αποτυχίας της πολιτικής από τη δράση ενός εξαιρετικά θανατηφόρου ναρκωτικού.
Η Βρετανική Κολομβία, στον Καναδά, ακολούθησε και εκείνη την Πορτογαλία και το Όρεγκον σε αυτό το κοινωνικό πείραμα, καθώς τα οπιοειδή είχαν στοιχίσει τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους. Το τριετές πιλοτικό πρόγραμμα ξεκίνησε το 2023 και φέτος έληξε χωρίς να ανανεωθεί, καθώς οι αρχές έκριναν ότι δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ωστόσο, οι υποστηρικτές του προγράμματος συνεχίζουν να θεωρούν ότι με το να κρατηθούν οι χρήστες εκτός του σωφρονιστικού συστήματος και να κατευθυνθούν προς τη θεραπεία θα μπορούσε να σωθεί τη ζωή τους. Η απόφαση να μην ανανεωθεί το πρόγραμμα αντικατοπτρίζει περισσότερο την έντονη πολιτική πίεση παρά την επιστημονική συζήτηση για τα οφέλη της αποποινικοποίησης
Μέσα Μαζικής Μεταφοράς: Το Στοίχημα της Δωρεάν Μετακίνησης
Ήδη πριν το 2025, στο ταξίδι μας στο Βελιγράδι, στη Σερβία, ψάχνοντας να βρούμε πώς θα προμηθευτούμε εισιτήρια για τα μέσα μαζικής μεταφοράς και −περιέργως πώς− δυσκολευόμασταν αρκετά, μας υποδείκνυαν πως το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι απλώς να επιβιβαστούμε χωρίς εισιτήριο και… χωρίς τον φόβο της παρανομίας.
Πάντως, από την 1η Ιανουαρίου 2025, η χρήση των λεωφορείων, τραμ και τρόλεϊ είναι εντελώς δωρεάν για όλους τους κατοίκους και τους επισκέπτες της πόλης. Το Βελιγράδι είναι η μεγαλύτερη πόλη στην Ευρώπη που εφαρμόζει αυτό το μέτρο, αλλά δεν είναι η μόνη.
Η πρώτη χώρα που το εφάρμοσε ήταν το Λουξεμβούργο, ήδη από την 1η Μαρτίου 2020, στοχεύοντας στη μείωση της κυκλοφοριακής συμφόρησης, τη μείωση της ανισότητας και την επίτευξη των κλιματικών στόχων.
Και πριν την ελεύθερη πρόσβαση τα εισιτήρια δεν ήταν ακριβά, αν αναλογιστεί κανείς το κόστος ζωής στη χώρα που είναι πολύ υψηλό. Με το μέτρο κυρίως ωφελήθηκαν οι νέοι και οι χαμηλά αμειβόμενοι. Άλλωστε, η κουλτούρα του αυτοκινήτου στο Λουξεμβούργο είναι τόσο ισχυρή −η αναλογία κατοίκων και αυτοκινήτου είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη− που πολύ δύσκολα θα πείθονταν οι πολίτες του να αφήσουν το τιμόνι. Επιπλέον, την ώρα που σχολάνε, αργά το απόγευμα, η συχνότητα των λεωφορείων μειώνεται και χρειάζεται να περιμένουν πολλή ώρα. Με άλλα λόγια, αν το δωρεάν εισιτήριο είναι το «κλειδί» για να μπει ο πολίτης στο λεωφορείο, η ποιότητα και η συχνότητα του δρομολογίου είναι ο λόγος για τον οποίο θα επιλέξει να μην ξαναπιάσει το τιμόνι.
Δωρεάν είναι οι συγκοινωνίες και στη Μάλτα, στο Χάρκοβο στην Ουκρανία λόγω της εμπόλεμης κατάστασης και ως μέτρο κοινωνικής προστασίας −αν και ο δήμαρχος Ihor Terekhov έχει δηλώσει την πρόθεση να διατηρηθεί το μέτρο και μετά τη λήξη του πολέμου−, σε αρκετές γαλλικές πόλεις, όπως η Δουνκέρκη και το Μονπελιέ, ενώ απόπειρες γίνονται και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης.
Τον Οκτώβριο του 2021, η Αυστρία εισήγαγε το Klimaticket, το «εισιτήριο για το κλίμα», ένα ετήσιο πάσο που προσφέρει απεριόριστες μετακινήσεις εντός της χώρας με πολύ μικρό αντίτιμο. Η Γερμανία έκανε κάτι αντίστοιχο, μέτρο που προσέλκυσε πάρα πολλούς επιβάτες, ενώ η Ισπανία μείωσε όλα τα εισιτήρια των δημόσιων συγκοινωνιών κατά 30% και ορισμένες σιδηροδρομικές γραμμές κατά 100%.
Η αποτίμηση από το Λουξεμβούργο, μια και εκεί το μέτρο ισχύει ήδη 6 χρόνια, έχει αξία παρότι οι Λουξεμβουργιανοί δεν είναι φιλικά προσκείμενοι στη μετακίνηση με δημόσια μέσα. Τα αποτελέσματα δείχνουν πως οι εκπομπές των ρύπων από τις οδικές μεταφορές έχουν μειωθεί και, παράλληλα, το δίκτυο των τραμ, ιδιαίτερα, είδε να πολλαπλασιάζονται σε μεγάλο βαθμό οι επιβάτες του. Οι ειδικοί επισημαίνουν, πάντως, πως το δωρεάν εισιτήριο δεν αρκεί, ότι απαιτείται παράλληλα αναδιοργάνωση του δικτύου και βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών.
Το ίδιο αποτιμάται και στις άλλες χώρες, όπου εφαρμόστηκε το μέτρο: μείωση των ρύπων, αύξηση των επιβατών, ανακούφιση για τα χαμηλά εισοδήματα.
Από την άλλη, για πολλές χώρες η δωρεάν ή φτηνή μετακίνηση μοιάζει με μακρινή φαντασίωση. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, τρεις δεκαετίες μετά την ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρόμων, οι επιβάτες έρχονται αντιμέτωποι με μια διπλή παγίδα: εισιτήρια που αυξάνονται κατά 8% και ένα δίκτυο που συχνά υπολείπεται σε αξιοπιστία.
Στην Ελλάδα, πρόσφατα, τέθηκε σε διαβούλευση (έως τις 19 Φεβρουαρίου) νομοσχέδιο του Υπουργείου Μεταφορών που προβλέπει μεγάλες αυξήσεις στα πρόστιμα για τη μη κατοχή ή ακύρωση εισιτηρίου στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, ενώ προβλέπεται η είσοδος ιδιωτών ελεγκτών για την εντατικοποίηση των ελέγχων. Παράλληλα, η φθορά των μέσων είναι ιδιαίτερα αισθητή, όπως και η μείωση των δρομολογίων.
Αυτό που προκύπτει συνολικά είναι πως η δημοτικότητα των προγραμμάτων εκπτώσεων στις δημόσιες συγκοινωνίες σε όλη την Ευρώπη δείχνει ότι το κοινό ζητά λύσεις προς αυτή την κατεύθυνση. «Αυτός είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε», λέει ο ο Frédéric Meys, από την Greenpeace: «Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα είναι καλύτερα, αλλά ακριβά και η παραγωγή τους ρυπογόνα. Η λύση είναι η στροφή στην κινητικότητα: στο περπάτημα, την ποδηλασία και τις δημόσιες συγκοινωνίες. Αν συνεχίσουμε αυτό που κάνουμε τώρα, οδεύουμε προς έναν τοίχο».
Τετραήμερη Εργασία = Ανάκτηση του Χρόνου μας
Αν η δωρεάν μετακίνηση στοχεύει στην ανάκτηση του δημόσιου χώρου και τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, η επόμενη μεγάλη πρόκληση αφορά την ανάκτηση του ίδιου του χρόνου μας. Σε έναν κόσμο όπου οι αποστάσεις εκμηδενίζονται ψηφιακά και η τεχνητή νοημοσύνη αναλαμβάνει το βάρος της παραγωγής, η παραδοσιακή δομή της εργάσιμης εβδομάδας φαντάζει πλέον τόσο ξεπερασμένη όσο και η εμμονή στο ιδιωτικό αυτοκίνητο.
Τα στοιχεία για το πείραμα της 4ήμερης εργασίας είναι πλέον εκτενή, με τις πρόσφατες εκθέσεις (2024-2026) να επιβεβαιώνουν ότι η μείωση των ωρών χωρίς περικοπή μισθού οδηγεί σε σταθερή ή αυξημένη παραγωγικότητα και σημαντική βελτίωση της ψυχικής υγείας.
Η Ισλανδία ήταν η χώρα που εφάρμοσε το μεγαλύτερο πείραμα ως προς την 4ήμερη εργασία παγκοσμίως (2015-2019), με 2.500 εργαζόμενους. Σήμερα, σχεδόν το 90% του εργατικού δυναμικού της απολαμβάνει μειωμένο ωράριο.
Στη Μεγάλη Βρετανία, μετά το πιλοτικό πρόγραμμα του 2022, τα στοιχεία του 2025 δείχνουν ότι το 92% των εταιρειών που συμμετείχαν διατήρησαν μόνιμα το μέτρο. Προηγήθηκε σχεδιασμός και προετοιμασία, αξιοποιώντας την εμπειρία εταιρειών που είχαν ήδη μεταβεί σε μια μικρότερη εργάσιμη εβδομάδα, καθώς και κορυφαίων ερευνητικών και συμβουλευτικών οργανισμών. Οι εταιρείες δεν ήταν υποχρεωμένες να εφαρμόσουν αυστηρά συγκεκριμένο τύπο μείωσης του χρόνου εργασίας. Κάθε εταιρεία σχεδίασε μια πολιτική προσαρμοσμένη στον κλάδο της, στις οργανωτικές προκλήσεις και στην εργασιακή κουλτούρα της − αναπτύχθηκε μια σειρά από τετραήμερες εβδομάδες εργασίας, από τα κλασικά μοντέλα «αργία Παρασκευής» έως τις «κλιμακωτές», «ετήσιες» και «υπό όρους» δομές.
Στην Ισπανία εγκρίθηκε το 2025 νομοσχέδιο για τη μείωση της τυπικής εβδομάδας εργασίας από τις 40 στις 37,5 ώρες, χωρίς μείωση αποδοχών, με στόχο την πλήρη εφαρμογή έως το 2026.
Στην Ισλανδία είδαν την παραγωγικότητα να αυξάνεται ή να παραμένει σταθερή, στη Μεγάλη Βρετανία αναφέρθηκε μείωση του burnout κατά 71% και μείωση των παραιτήσεων κατά 57%, ενώ πιλοτικά προγράμματα στη Βαλένθια έδειξαν βελτιωμένη υγεία και μειωμένο άγχος.
Σε ό,τι αφορά την παραγωγικότητα, επιβεβαιώνεται η θεωρία πως οι ξεκούραστοι εργαζόμενοι κάνουν λιγότερα λάθη και εργάζονται πιο εντατικά. Ως προς την ψυχική υγεία, είναι ενδεικτικό πως οι ημέρες ασθενείας για ψυχολογικούς λόγους μειώνονται, ενώ σχετικά με τη διατήρηση του προσωπικού (retention) αρκετοί εργαζόμενοι δηλώνουν ότι κανένα χρηματικό ποσό δεν θα τους έπειθε να επιστρέψουν σε πενθήμερη εργασία.
Εκτός από τις τρεις αυτές χώρες, και οι Βέλγοι απέκτησαν 2022 το δικαίωμα να εργάζονται 4 ημέρες χωρίς απώλεια μισθού αλλά και χωρίς μείωση των ωρών εργασίας, απλώς θα μπορούν να αποφασίζουν αν θα εργάζονται 4 ή 5 ημέρες την εβδομάδα. Το μέτρο δεν υιοθετήθηκε εκτενώς, καθώς πολλοί εργαζόμενοι κρίνουν πως το 10ωρο καθημερινά είναι πολύ εξαντλητικό.
Στη Νέα Ζηλανδία, το πείραμα έγινε για 18 μήνες από τη Unilever, με πολύ θετικά αποτελέσματα, όπως αναφέρει η εταιρεία, ως προς την παραγωγικότητα και την αφοσίωση των εργαζομένων. Έτσι, επέκτεινε το μοντέλο και στην Αυστραλία.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, δε, μια δημοσκόπηση του 2019 σε 36.000 Αμερικανούς, διαπίστωσε ότι τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων θα προτιμούσαν 4ήμερη εβδομάδα εργασίας − ανεξάρτητα από το αν αυτό σήμαινε περισσότερες ώρες εργασίας. Η τάση αυτή ενισχύθηκε μετά την πανδημία, με τις νεότερες έρευνες να δείχνουν ότι το 77% των Αμερικανών πιστεύει ότι η 4ήμερη εβδομάδα θα βελτίωνε την ευημερία τους.
Το παράδειγμα, μεταξύ αυτών του Βελγίου, δείχνει πως η 4ήμερη εργασία δεν μπορεί να αφορά μια μαθηματική ανακατανομή των 40 ωρών, αλλά μια πολιτισμική μετατόπιση προς την ουσιαστική ανάπαυση και ευημερία.
***
Τα τρία αυτά κοινωνικά πειράματα −από την αποποινικοποίηση των ουσιών και τις δωρεάν μετακινήσεις έως τη συρρίκνωση της εργάσιμης εβδομάδας− μοιράζονται έναν κοινό παρονομαστή: την αμφισβήτηση της «αδράνειας» του κατεστημένου. Η ιστορία μας διδάσκει ότι οι κοινωνίες που ευημερούν δεν είναι εκείνες που αποφεύγουν το ρίσκο, αλλά εκείνες που έχουν το θάρρος να δοκιμάσουν το «αδιανόητο» − και να πάρουν τα σωστά μαθήματα απ’ αυτό.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Big Zag: Ζούμε Μια Κρίσιμη Καμπή της Ιστορίας;
