Η πολιτική επικοινωνία περνά από τη ρητορική στους αλγόριθμους. Όμως η εμπιστοσύνη εξακολουθεί να κερδίζεται από τον ανθρώπινο λόγο.
«Οι πολιτικοί κάνουν προεκλογική εκστρατεία με ποίηση, αλλά κυβερνούν με πεζό λόγο». Η παροιμοιώδης φράση του Mario Cuomo, πρώην κυβερνήτη της Νέας Υόρκης, επανήλθε στον δημόσιο λόγο μαζί με τον νέο Άγγλο πρωθυπουργό Andy Burnham.
Ο Burnham λέει πως ο William Shakespeare του πρόσφερε τη δύναμη της ρητορικής, με ρυθμό και συναισθηματική ένταση, ο ποιητής Tony Harrison έδωσε φωνή στην κοινωνική τάξη του και του έμαθε τη σημασία της επιλογής των λέξεων και ο ποιητής Philip Larkin του έδωσε να καταλάβει ότι οι συνηθισμένοι άνθρωποι και οι περιφερειακοί τόποι αξίζουν την ίδια σοβαρή προσοχή με τα μεγάλα πολιτικά κέντρα.
Ο νέος πρωθυπουργός, που αντικατέστησε τον Keir Starmer στην ηγεσία των Εργατικών, σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Είναι ο πρώτος απόφοιτος Αγγλικής Φιλολογίας που αναλαμβάνει το τιμόνι της χώρας μετά τον Στάνλεϊ Μπάλντουιν το 1937, αποδεικνύοντας πως ένα πτυχίο στις ανθρωπιστικές επιστήμες δεν αποτελεί μειονέκτημα.
Σε μια επιμνημόσυνη εκδήλωση για τον ποιητή Tony Harrison, ο Μπέρναμ μίλησε για τη βαθιά επίδραση που είχε πάνω του το ποίημα «V» όταν ήταν έφηβος. Το ποίημα αφηγείται τη συνάντηση του ποιητή με έναν σκίνχεντ στο νεκροταφείο του Λιντς, μέσα από την οποία θα ανακάλυπτε πόσα κοινά στοιχεία είχε μαζί του. Για τον Burnham, ένα τέτοιο ποίημα αποτελούσε απόδειξη πως η εργατική καταγωγή δεν αποτελούσε εμπόδιο στο να εκφράσει λόγο και άποψη.
Το απόσπασμα του Arthur Scargill, εμβληματικού Βρετανού συνδικαλιστή, με το οποίο ανοίγει το ποίημα ήταν αρκετό για να πείσει τον πατέρα του Burnham ότι άξιζε να ακολουθήσει σπουδές Αγγλικής Φιλολογίας – μια και αναρωτιόταν «τι χρησιμότητα θα είχε ένα τέτοιο πτυχίο»:
«Ο πατέρας μου διαβάζει ακόμη κάθε μέρα το λεξικό. Λέει πως η ζωή σου εξαρτάται από την ικανότητά σου να κυριαρχείς στις λέξεις».
Ωστόσο, ενώ από τη μια για τον Burnham οι λέξεις και το ύφος αποτελούν εργαλείο πολιτικής, από την άλλη καταγγέλλει τα επικοινωνιακά τεχνάσματα. Και η υπόσχεσή του για μια «αυθεντική» και λιγότερη τεχνοκρατική γλώσσα είναι η δική του ισχυρή επικοινωνιακή στρατηγική.
Το μεγάλο στοίχημα τώρα είναι να μετατρέψει αυτή την ποιητική κληρονομιά σε αποτελεσματική διακυβέρνηση.
Ωστόσο, σε έναν κόσμο όπου η AI γράφει λόγους καλύτερα από τους speechwriters, ποια θα είναι η αξία ενός ηγέτη που έχει διαβάσει ποίηση;
Οι Νέες Φωνές της Δημόσιας Συγκίνησης
Οι περισσότεροι σύγχρονοι πολιτικοί σπουδάζουν Νομικά, Οικονομικά ή Πολιτικές Επιστήμες, ωστόσο η ιστορία έχει αναδείξει κορυφαίες προσωπικότητες που είχαν ως υπόβαθρο τη δύναμη των λέξεων και της αφήγησης, ηγέτες που προέρχονται από τις ανθρωπιστικές σπουδές.
Μπορεί οι ανθρωπιστικές σπουδές να βοηθάνε, πάντως κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι το ταλέντο της δημόσιας ρητορικής είναι σύνθετο, ενώ σημαντική είναι και η συνθήκη στην οποία κάθε φορά εκφέρεται. Πόσο έτοιμοι από καιρό είναι οι πολίτες να ακούσουν, να παθιαστούν, να κρεμαστούν από λέξεις.
Αν και στις μέρες μας οι λόγοι που γίνονται viral ή συγκινούν βαθιά το παγκόσμιο κοινό δεν εκφωνούνται πλέον σε πολιτικά μπαλκόνια, αλλά… σε τελετές αποφοίτησης ή σε διεθνή κοινωνικά φόρουμ, από προσωπικότητες της τέχνης, του αθλητισμού και της κοινωνίας.
Όπως στην Ελλάδα κατά την πρόσφατη περίοδο, όπου συγκινησιακή φόρτιση δεν προήλθε από παραδοσιακές, μεγάλες πολιτικές ομιλίες, αλλά από φορείς συλλογικού τραύματος, διεκδίκησης δικαιοσύνης και αυθόρμητες κοινωνικές παρεμβάσεις, όπως οι ομιλίες για τα Τέμπη και τη Δικαιοσύνη.
Η τεχνητή νοημοσύνη παύει να είναι ένα εργαλείο παραγωγής κειμένων και μετατρέπεται σε υποδομή πρόβλεψης κρίσεων, ενώ στον πόλεμο των deepfakes καταλαμβάνει χώρο τόσο το «χειροπιαστό» όσο και η εικονική πραγματικότητα.
Ο Aλγόριθμος Aνεβαίνει στο Bήμα
Η μεγαλύτερη ανατροπή, ωστόσο, στην πολιτική επικοινωνία των ημερών μας δεν είναι τόσο οι άνθρωποι όσο το μέσο: τα social media. Ο πολιτικός λόγος δεν φιλτράρεται πλέον από δημοσιογράφους, αλλά απευθύνεται απευθείας στον χρήστη. Και αν η τηλεόραση επέβαλε την ατάκα των 15 δευτερολέπτων, το TikTok απαιτεί την προσέλκυση της προσοχής στα πρώτα 3 δευτερόλεπτα. Η βαθιά πολιτική επιχειρηματολογία, οι ιδεολογικές αναλύσεις και οι μακροσκελείς λόγοι θεωρούνται πλέον απαγορευτικά για τους αλγόριθμους.
Οι πολιτικοί χρησιμοποιούν περισσότερο τις πλατφόρμες για να δείξουν τα «παρασκήνια», την προσωπική τους ζωή, τα κατοικίδιά τους ή να κάνουν χιούμορ.
Ο δε πολιτικός λόγος έγινε πιο σύντομος, πιο απλός, λιγότερο ιδεολογικός και περισσότερο επικεντρωμένος στο άτομο παρά στο πρόγραμμα. Και όλα αυτά με τη συζήτηση για το αν η κυριαρχία πλατφορμών όπως το TikTok υπονομεύει τη δημοκρατία ή αν, αντίθετα, την αναζωογονεί φέρνοντας τους νέους κοντά της, να έρχεται ξανά και ξανά στην επικαιρότητα.
Η Ελληνική Μάχη για το Feed
Σε ό,τι αφορά τα εν Ελλάδι και εν όψει της προεκλογικής περιόδου που ήδη έχει ξεκινήσει, τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο Αλέξης Τσίπρας στην ψηφιακή τους αντιπαράθεση χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες (κυρίως το TikTok και το YouTube), όμως με διαφορετική φιλοσοφία και αισθητική.
Η στρατηγική του Κυριάκου Μητσοτάκη στο TikTok βασίζεται στη δημιουργία μιας εικόνας προσιτής καθημερινότητας. Βίντεο γρήγορα, με ακατέργαστο μοντάζ, χωρίς στημένα τηλεοπτικά φώτα. Ο πρωθυπουργός μιλάει συχνά κρατώντας ο ίδιος το κινητό. Η καμπάνια του χρησιμοποιεί το χιούμορ για να απαντήσει σε επικρίσεις, κάνοντας τον πρωθυπουργό να φαίνεται ανθεκτικός και «άνετος» με την κριτική, ενώ η πολιτική πληροφορία περνάει «υποδόρια» στο τέλος του βίντεο.
Από την άλλη, η καμπάνια του Αλέξη Τσίπρα έχει πιο κινηματικό χαρακτήρα, εστιάζοντας στην έννοια της «αδιαμεσολάβητης φωνής». Τα βίντεο δείχνουν τον Τσίπρα σε κυκλικές διατάξεις (τύπου town hall) να ακούει ερωτήσεις πολιτών και να απαντά άμεσα. Δεν εστιάζει τόσο στο lifestyle όσο στο να δείξει ότι «ακούει την κοινωνία». Με ρητορικό εργαλείο τη τη συμπερίληψη, η καμπάνια προσπαθεί να κάνει τον χρήστη να νιώσει συνδιαμορφωτής του νέου κόμματος.
Όταν η Πολιτική Αφήγηση Γίνεται Εμπειρία
Στις μέρες μας, οι κυρίαρχες τάσεις στην επικοινωνία είναι στενά συνδεδεμένες με την τεχνολογία περισσότερο από ποτέ. Η τεχνητή νοημοσύνη παύει να είναι ένα εργαλείο παραγωγής κειμένων και μετατρέπεται σε υποδομή πρόβλεψης κρίσεων, ενώ στον πόλεμο των deepfakes καταλαμβάνει χώρο τόσο το «χειροπιαστό» όσο και η εικονική πραγματικότητα.
Η πρόσφατη έκθεση «Navigating the Future of Communications» καταγράφει πώς τα πολυτροπικά μοντέλα χρησιμοποιούνται πλέον για τη μοντελοποίηση κρίσεων, επιτρέποντας στους στρατηγικούς αναλυτές να προβλέπουν τις αντιδράσεις του κοινού σε μια δήλωση ή ένα προϊόν πριν ακόμη δημοσιευτεί. Ενώ η μελέτη «AI’s Emerging Role in Political Communication» εξετάζει πώς η χρήση αλγορίθμων μηχανικής μάθησης επιτρέπει τη μικρο-στόχευση (micro-targeting) ψηφοφόρων ή καταναλωτών με βάση το ψυχολογικό τους προφίλ, δημιουργώντας εξατομικευμένα μηνύματα σε πραγματικό χρόνο.
Όσο ο ψηφιακός κόσμος κατακλύζεται από deepfakes, η στρατηγική μετατοπίζεται και στην αναζήτηση της «χειροπιαστής αλήθειας». Η προσωπική, ζωντανή επαφή γίνεται το απόλυτο πλεονέκτημα. Καθώς οι χρήστες χάνουν την εμπιστοσύνη τους σε ό,τι βλέπουν στις οθόνες τους λόγω των deepfakes, οι στρατηγικές του μέλλοντος θα επενδύουν σε ζωντανές εμπειρίες (town halls, φυσική παρουσία), όπου η αυθεντικότητα δεν μπορεί να πλαστογραφηθεί. Στο μέλλον, οι ηγέτες θα κερδίζουν την εμπιστοσύνη μόνο αν παρουσιάζουν ανεξάρτητα επαληθεύσιμα δεδομένα (data validation) σε πραγματικό χρόνο, καθώς το κοινό έχει αναπτύξει πλήρη ανοσία στα μεγάλα λόγια.
Σημαντικό χώρο θα καταλαμβάνει, ωστόσο, και η πολυαισθητηριακή επικοινωνία, κατά την οποία το γραπτό κείμενο και το απλό βίντεο δίνουν τη θέση τους σε εμπειρίες που «βιώνονται». Σε αυτή την περίπτωση, η Επαυξημένη Πραγματικότητα (AR) και η Εικονική Πραγματικότητα (VR) αλλάζουν το storytelling. Η επικοινωνία βασίζεται στο να «περπατήσει» μέσα στην είδηση, όπου το μήνυμα γίνεται απόλυτα βιωματικό.
Οι Λέξεις Αντέχουν Όταν Στηρίζονται στην Αλήθεια
Η ιστορία έχει δείξει πως οι ομιλίες που ασκούν πραγματική επιρροή εκφωνούνται από ανθρώπους τους οποίους η κοινωνία είναι έτοιμη να ακούσει. Αλλά και σε αυτή τη συνθήκη, η επιλογή των κατάλληλων λέξεων για τη σωστή στιγμή είναι εξίσου καθοριστική.
Αρκεί, όπως έλεγε ο Πλάτωνας χιλιάδες χρόνια πριν, ακόμη και άρτια να είναι τεχνικά μια δημόσια τοποθέτηση, να στηρίζεται στην αλήθεια των επιχειρημάτων της, αλλιώς δεν έχει τίποτα να πει – καθώς και, θα συμπληρώναμε εμείς, να μας πείθουν πως οι λέξεις τους δεν έχουν γραφτεί από μηχανές.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Deepfakes: Ο Πόλεμος στις Οθόνες