Καλοκαίρι… ήλιος, καταγάλανα νερά, το κύμα σκάει απαλά, απόλυτη γαλήνη. Ή μήπως όχι;
Μήπως ενίοτε η γραμμή που χωρίζει τον επίγειο παράδεισο από το νευρικό κλονισμό στην ονειρεμένη μας παραλία είναι εξαιρετικά λεπτή; Spoiler alert: Είναι.
Πριν από λίγες ημέρες, ρωτήσαμε τους συνεργάτες της αθηΝΕΑς τι είναι αυτό που δοκιμάζει περισσότερο τα νεύρα τους κάτω από τον ήλιο στην ονειρεμένη τους παραλία. Η τρομοκρατία της ρακέτας; Τα πιτσιρίκια που στριγκλίζουν σε συχνότητες που πιάνουν μόνο τα δελφίνια; Ο γονιός σε κατάσταση «πέρα βρέχει» ενόσω ο βλαστός του καταστρέφει τον πολιτισμό γύρω του; Ο DJ της διπλανής ψάθας με το Bluetooth ηχείο-κουβά; Οι beach litterbugs, όπως λέγαμε κάποτε στο χωριό αυτούς τους απίθανους τύπους που μπερδεύουν την άμμο με χωματερή; Ή μήπως εκείνοι που παρκάρουν το SUV τους ακριβώς πάνω από το κεφάλι σας, προσφέροντας δωρεάν σκιά από την εξάτμιση;
Και αυτό γιατί το να μοιραζόμαστε την γκρίνια μας είναι μια πολύ παλιά μέθοδος ομοιοπαθητικής που έχει αποδειχτεί ανά τους αιώνες θεραπευτική – άλλωστε, ενώ τον γκρινιάρη πολλοί εμίσησαν, την γκρίνια ουδείς.
Έτσι, οι συνεργάτες της αθηΝΕΑΣ σήκωσαν το γάντι. Πήραν θέση, έβγαλαν το καλοκαιρινό τους άχτι και κατέγραψαν με κάθε λεπτομέρεια το δικό τους, απόλυτο beach pet peeve – όπως λέγαμε και πάλι στο χωριό.
Ακολουθούν, σε πλήρη παράταξη, οι «αγαπημένοι» μας εφιάλτες κάτω από τον ήλιο. Διαβάστε και… ταυτιστείτε ελεύθερα.
Το Κίνημα της Παράγκας
Ομπρέλες πακτωμένες, ποτέ νικημένες! Μόνιμες κατασκευές, με ομπρέλα γίγας –συνήθως με κάποια διαφήμιση στο πανί τους– καρέκλες, καρεκλάκια, ξαπλώστρες φουσκωτά στρώματα, τσάντα με κουβαδάκια, τραπέζια, τάβλι και ασύρματο ραδιοφωνάκι, όλα κλειδωμένα με βαριά κλειδαριά, ισχυρής ασφάλειας, για τον Έλληνα φίλο παραθεριστή που θέλει να απολαμβάνει τον ήλιο και τη θάλασσα, κάθε μέρα, όλο το καλοκαίρι. Έχει κουραστεί αρκετά όλο τον χειμώνα να δουλεύει και να ακολουθεί τους νόμους κατά γράμμα. Ήρθε το καλοκαίρι της ξεγνοιασιάς, της καλοπέρασης, της ανεμελιάς. Παραλία πρωί-απόγευμα. Τα μόνα βάρη, ελληνικός διπλός σε κούπα από το σπίτι, κλειδιά και κινητό.
Ο αγώνας για το «Κίνημα της Πετσέτας» συνεχίζεται. Και μετασχηματίζεται. Αφήστε τις παραλίες στον λαό να μπορεί ανενόχλητος να τις γεμίζει με μικρές κατασκευές-παράγκες. Κι αν έρθει ο Δήμος να τις μαζέψει, ο φίλος παραθεριστής θα τις ξαναβάλει. Γιατί, όπως αναρωτήθηκε και ο απελπισμένος λουόμενος στη Χαλκιδική, που είδε Σάββατο πρωί από το μπαλκόνι του το φορτηγό του Δήμου να τις μαζεύει: «Γιατί, ποιον ενοχλώ;».
Λώρα Αργυροπούλου
Ο DJ της Διπλανής Ψάθας
Το θέμα είναι ότι μ’ αρέσουν οι ερημικές παραλίες, αλλά είναι και δυσπρόσιτες και επικίνδυνες πολλές φορές, γιατί προτιμώ να πηγαίνω μόνη με το καρεκλάκι μου, το βιβλίο μου, τον καφέ μου κ.λπ. κ.λπ. Τελικά, καταλήγω στην πιο κοντινή μου παραλία, αλλά όχι σε ώρες αιχμής, για να απολαύσω και τη σκιά των δέντρων και κυρίως την ηρεμία, για να χαλαρώσω και να διαβάσω, να κοιτάξω τον ορίζοντα και να στοχαστώ…. Αμ δε….
Αυτό το θέμα, ρε φίλε, που είναι όλη η παραλία άδεια και έρχεται ο άλλος με τα σέα του και τα μέα του και στρώνει την ψάθα του δίπλα σου, μαζί με τα τελευταίας τεχνολογίας μουσικά συστήματα για εξωτερικούς χώρους λες και στήνει beach bar;
Τι να πεις;
Λοιπόν, το καλό που του θέλω, δεν θα διαβάσω που δεν θα διαβάσω – αυτό είναι σίγουρο. Αν όμως ο DJ της διπλανής ψάθας βάλει και μουσική που δεν μου αρέσει… θα σηκωθώ και θα φύγω, σας το λέω!
Στέλλα Ερεσσίου
Παραλίες «Μαμά, Κοίτα!»
Οι εφιάλτες της άμμου πυκνώνουν με τα χρόνια. Φταίει που πολλαπλασιάζονται οι ίδιοι; Φταίει που πολλαπλασιάζονται τα δικά μου χρόνια; Πορεύομαι με υποψίες και το ερώτημα –κατά βάση– αναπάντητο.
Ναι, είναι οι ρακέτες. Ναι, η κακόηχη μουσική-κονσέρβα. Οι υστερικές τσιρίδες. Ο ανελέητος, τιμωρητικός ήλιος. Ναι, οι μέδουσες και οι τσούχτρες. Ναι, η κατάληψη του δημόσιου χώρου. Ναι, οι ξαπλώστρες-υπερπαραγωγή αλά Bollywood. Οι θαμμένες γόπες. Η απέραντη πλαστική ποικιλία. Έρχονται δε, τις περισσότερες φορές, εκεί που δεν το περιμένεις. Εκεί ακριβώς που αυταπατάσαι ότι θα τους αποφύγεις. Σε εγκλωβίζουν. Σε καθιστούν όμηρο.
Αλλά… γιατί να μην αναδείξω τον πρωταγωνιστή, αφού μου δίνεται η ευκαιρία; Σκεπάζοντας κάθε άλλο θόρυβο, το απόλυτο soundtrack της ελληνικής αμμουδιάς μεταδίδεται σαν ιός ανά τις δεκαετίες: «Μαμά, κοίτα!».
Ακούγεται σαν μακρινή ηχώ, μια εφιαλτική λούπα με αντοχές μαραθωνοδρόμου, ξανά και ξανά, αβάδιστα και αβασάνιστα. Η επίδειξη περιλαμβάνει μια κατακόρυφο, ένα πλατσούρισμα ιδιαίτερης τεχνικής, ένα (περίπου) σπαγγάτο, ένα έργο εφήμερης τέχνης στην άμμο. Και ο αποδέκτης; Εξαντλημένος ήδη πριν πατήσει το πόδι του στην ακτή, κοιτάζει το άπειρο με απλανές βλέμμα. Καμιά φορά κουνάει μηχανικά το κεφάλι. Νιώθει απόλυτα ανήμπορος και, ταυτόχρονα, τραγικά εξοικειωμένος με τη λούπα.
Κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβεις, θα πιεις μια γουλιά καφέ, θα κοιτάξεις την κατακόρυφο και θα γνέψεις κι εσύ μηχανικά. Επειδή η άμμος έχει τη δική της βαρύτητα κι εσύ έχεις εξαντληθεί πια για να φέρεις αντίσταση.
Δέσποινα Ράμμου
Premium Παραλία: Άμμος, Γόπες και Απόγνωση
Ανάμεσα σε ρακέτες που ηχούν σαν τελικός Γουίμπλεντον, πιτσιρίκια που ανακαλύπτουν τα όρια της ανθρώπινης φωνής και επίδοξους DJ που πιστεύουν ότι όλη η παραλία διψά για την playlist τους, ο δικός μου εφιάλτης είναι πολύ πιο ταπεινός. Και πολύ πιο ύπουλος.
Δεν μιλάμε για λίγους αθώους κόκκους που ξεπλένονται με μια βουτιά. Μιλάμε για εκείνη τη μεταφυσική κατάσταση όπου η άμμος αποκτά συνείδηση και αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα πάνω σου. Κολλάει παντού, εισχωρεί σε κάθε πτυχή του μαγιό, σε ακολουθεί στην πετσέτα, στο αυτοκίνητο, στο σπίτι. Μήνες μετά, βρίσκεις ακόμη λίγη σε κάποια γωνία και αναρωτιέσαι αν τελικά γύρισες από διακοπές μεταφέροντας τη μισή παραλία μαζί σου.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, υπάρχει και η δεύτερη πληγή. Είναι δεδομένο ότι το βρεγμένο μαγιό λειτουργεί σαν μαγνήτης. Η ψιλή άμμος κολλάει παντού μαζί με ό,τι άλλο φιλοξενεί η παραλία: γόπες χωμένες στην άμμο, πλαστικά ποτήρια που επιβίωσαν από το χθεσινό beach party, καλαμάκια, συσκευασίες από σνακ και κάθε λογής σκουπίδια συνθέτουν ένα τοπίο που θυμίζει περισσότερο το τέλος πανηγυριού παρά καλοκαιρινό παράδεισο.
Όταν πας να απλώσεις την πετσέτα σου, πρώτα αρχίζεις να κάνεις αυτοψία εδάφους, μιας και η παραλία έχει γίνει και χώρος υγειονομικής ταφής βιολογικών «εκπλήξεων» κάποιου τετράποδου ή δίποδου επισκέπτη, γιατί πάντα υπάρχει κάποιος που θεωρεί ότι η καθαριότητα είναι ευθύνη όλων των άλλων. Και μην ακούσω το επιχείρημα ότι θα αποδομηθούν φυσικά και θα γίνουν λίπασμα – δεν μιλάμε για καλλιέργειες. Σε μια πολυσύχναστη παραλία προέχει η υγιεινή και ο σεβασμός στους υπόλοιπους λουόμενους. Η θάλασσα υποτίθεται ότι προσφέρει ξεγνοιασιά· όχι ασκήσεις επιβίωσης με μένα να ψάχνω πού θα απλώσω την πετσέτα μου σαν να βρίσκομαι σε ναρκοπέδιο.
Έτσι, αν πρέπει να διαλέξω έναν εφιάλτη της παραλίας, δεν είναι ούτε ο θόρυβος ούτε ο συνωστισμός. Είναι αυτή η αλλόκοτη συμμαχία ψιλής άμμου και κακής συμπεριφοράς που καταφέρνει να μετατρέπει μια τέλεια καλοκαιρινή μέρα σε δοκιμασία υπομονής με την ακατανίκητη επιθυμία για ντους υψηλής πίεσης.
Δεν ζητώ πολλά από μια παραλία: λίγο καθαρό νερό, λίγη σκιά και στοιχειώδη σεβασμό. Γιατί, όσο ενοχλητικός κι αν είναι ο θόρυβος, κλείνεις τα αυτιά σου. Τις γόπες, τα σκουπίδια και τη βρομιά ανάκατεμένα με την ψιλή άμμο, όμως, τα βρίσκεις μπροστά σου σε κάθε βήμα.
Ντέπυ Κορεντίνη
Η Ιεραρχία της Ξαπλώστρας
Ο ήλιος καυτός, όπως κάθε Ιούνη, το αντηλιακό έχει απλωθεί παντού, δημιουργώντας μια ενοχλητική στρώση, η οποία δεν φεύγει ούτε με δέκα βουτιές, τα τζιτζίκια κάτω από τα αλμυρίκια δίνουν την προσωπική τους συναυλία. Και εκεί που πας να κλείσεις τα μάτια σου και να αφεθείς στη ραστώνη του καλοκαιριού, αντιλαλούν σαν πυροτέχνημα οι ήχοι της house μουσικής του beach bar 200 μέτρα πιο κάτω.
Η κλασική ιστορία… Ξαπλώστρες που φτάνουν οριακά μέχρι τη θάλασσα, βαρετή μουσική στη διαπασών και τοστ που κοστίζουν 5 ευρώ. Προσωπικά, πιστεύω ότι οι οργανωμένες παραλίες αυτού του τύπου, που είναι ολοκληρωτικά σχεδόν κατειλημμένες, αφήνοντας μόνο ένα μικρό κομμάτι σκιάς στην άκρη για τους πληβείους –που, αλίμονο, αν δεν θέλουν να πληρώσουν για τη διαμονή τους σε ένα δημόσιο χώρο– καταστρέφουν την εμπειρία του καλοκαιριού και θεσμοθετούν άτυπα την κανονικοποίηση μιας άτυπης ιεραρχίας μεταξύ πελατών στις ακριβές ξαπλώστρες και απλών πολιτών με πετσέτες στην άμμο και σταφύλια στο χέρι από το σούπερ μάρκετ.
Εγώ, πάντως, συντάσσομαι με τους δεύτερους: το είναι νικάει πάντα το φαίνεσθαι.
Φοίβη Νομικού
Blue State of Mind
Στο κινηματογραφικό σύμπαν, οι εφιάλτες κάτω από τον ήλιο μπορεί να περιλαμβάνουν φυσικές καταστροφές (π.χ. «Hereafter», 2010· «The Impossible», 2012), θηριώδεις (υπό) θαλάσσιες απειλές (π.χ. «Jaws», 1975· «Moby Dick», 1965· «Pinocchio», 1940), τρομακτικούς σειριακούς δολοφόνους (π.χ. «Friday the 13th», 1980), χωρίς ή με υπερφυσικές οντότητες (π.χ. «Fog», 1980), αλλά και την κοσμική μοναξιά (π.χ. «Cast Away», 2000· «The Red Turtle», 2016).
Ο εξαιρετικά ευρηματικός M. Night Shyamalan σκηνοθέτησε την ταινία «Old» (2021), όπου ως εφιαλτική απειλή αναπαρίσταται να πρωταγωνιστεί το ίδιο το τοπίο της παραλίας, καθώς φέρνει τους χαρακτήρες αντιμέτωπους με τον χρόνο και κατ’ επέκταση το γήρας και τον θάνατο.
Η θάλασσα, εν γένει, φαίνεται να αποτελεί πακτωλό έμπνευσης σε όλες ανεξαιρέτως τις μορφές της τέχνης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η προσωπική ατζέντα προβλημάτων που εντοπίζονται σε μια παραλία αποκλείει τα παραπάνω σε ρεαλιστικό επίπεδο. Σε συμβολικό ωστόσο επίπεδο, η αντίστροφη σχέση του μεγέθους της ατομικότητας αναλογικά με το απέραντο γαλάζιο είναι ικανή να προκαλέσει έναν σωρό συναισθηματικές αντιδράσεις – στις οποίες περιλαμβάνονται τόσο το υπαρξιακό άγχος όσο και το δέος που οπωσδήποτε το συνοδεύει.
Μίνως Ντίνας
Όταν με Κοίταξε η Μέδουσα
Ο μεγαλύτερος καλοκαιρινός εφιάλτης μου είναι οι μέδουσες. Βλέπετε, είχα από τα παιδικά μου χρόνια ατυχείς συναντήσεις μαζί τους. Οπότε, όταν αντιλαμβάνομαι ότι έχουν έρθει επίσκεψη, αποφεύγω να βρέξω ακόμη και τα πόδια μου. Υπήρχαν περιπτώσεις που «έχασα» διακοπές πολυήμερες εξαιτίας τους, περιμένοντας άδικα να πάρουν τον δρόμο της επιστροφής και να εξαφανιστούν. Ευτυχώς δεν είναι συχνό το φαινόμενο. Και είναι πιο σπάνιο στα νησιά. Η Χαλκιδική και η Κορινθία, όμως, έχουν ένοχο παρελθόν.
Από κοντά με τις ύπουλες μέδουσες και τα πολλά πλαστικά που φέρνει ο αέρας ξαφνικά σε μια ειδυλλιακή-μέχρι-χθες παραλία. Από μεγάλες σακούλες, που εμφανίζονται στις χεριές, καθώς κάνω σλάλομ κολύμβηση προσπαθώντας να αποφύγω τα χειρότερα, τις οποίες δεν βλέπεις πριν κολλήσουν πάνω σου, μέχρι τα διάσπαρτα σκουπίδια και σκουπιδάκια που σε εξαναγκάζουν, τελικά, σε υποχώρηση.
Και τότε αντιλαμβάνομαι το μέγεθος και την ένταση του φαινομένου. Που κι αυτό μπορεί να γίνει αφορμή για να χάσω τα μπάνια μου. Τη μεγαλύτερη δωρεάν πολυτέλεια που υπάρχει σε αυτή τη ζωή. Την ελληνική ζωή.
Λευθέρης Πλακίδας
Τα «Red Flags» του Αυγούστου
Λίγα πράγματα μπορούν να με στεναχωρήσουν το καλοκαίρι όσο το κόκκινο σημαιάκι του ναυαγοσώστη που ενημερώνει για μεγάλα κύματα και απαγορεύει τις βουτιές. Τις ρακετες, δηλαδή, μπορω να τις αντέξω, και τη φασαριόζικη διπλανή παρέα, και την κοσμοσυρροή, και την κίνηση της επιστροφής και τα καψίματα από την αλαζονεία του «έχω μαυρίσει, δεν χρειάζομαι άλλο αντιηλιακό».
Αν όμως για κάποιο λόγο δεν μπορώ να μπω στη θαλασσα, είμαι να σκασω! Η πιο αγαπημένη μου παραλία στον κόσμο είναι στο ανατολικό Πήλιο, οπότε τον Αύγουστο είναι δεδομένο ότι μερικά (πολύτιμα) μπάνια θα χαθούν λόγω των μελτεμιών.
Το υπομένω στωικά!
Αθηνά Ριζοπούλου
Take Me to the Shade
Θα το πω και ας με κοιτάξετε περίεργα οι λάτρεις του καλοκαιριού: ο δικός μου «εφιάλτης» στην παραλία είναι ο ίδιος ο ήλιος! Ξέρω, ξέρω… Είναι ζωή, φως, ενέργεια και όλες οι ωραίες λέξεις που συνδέονται με το καταπληκτικό αυτό ουράνιο σώμα που όλα γυρίζουν γύρω του. Απλώς, πώς να το πω, «το καλοκαίρι, ο ήλιος κι εγώ #$@&%*!». Τέλος πάντων… δεν ταιριάζουμε.
Σε κάποιους χαρίζει χρυσαφένιο μαύρισμα, σε μένα το χρώμα του αστακού και κάψιμο. Γι’ αυτό, τις λίγες φορές που δεν έχω α) πάει στην παραλία νωρίς το πρωί ή πριν το ηλιοβασίλεμα ή β) δεν έχω βρει κάποια σκιά (αχ, ευλογημένα αρμυρίκια!), στριμώχνομαι κάτω από την ομπρέλα με μπόλικο 50άρι (εννοείται) αντηλιακό, το οποίο, επίσης, βαριέμαι αφάνταστα να ανανεώνω κάθε τόσο. Bonus η πολλή ζέστη που γενικά με εξαντλεί, δεν χαλαρώνω με τίποτα όπως καταλαβαίνετε.
Για να βάλω και τη μουσική μου πινελιά: Here Comes the Sun; Always the Sun; Για τους περισσότερους, ίσως. Εγώ πάντως παραμένω fan του καλοκαιρινού hit που δεν έχει γραφτεί ακόμη: Take Me to the Shade».
Μαρία Σπανουδάκη
Summer Vibes or Summer Crimes?
Κυριακή μεσημέρι στην αγαπημένη μου πλαζ. Έχω ήδη κάνει την πρώτη, δροσερή βουτιά και άκρως ανανεωτική μετά από μια δύσκολη εβδομάδα. Επιστρέφω στην ξαπλώστρα, ανοίγω το βιβλίο μου, παίρνω μια βαθιά ανάσα και ετοιμάζομαι να χαθώ στο απέραντο μπλε. Αμ δε!
Ο επιχειρηματίας του beach bar έχει άλλα σχέδια. Ξαφνικά, το ειδυλλιακό τοπίο μετατρέπεται σε σκηνικό που θυμίζει πάρτι σε ταράτσα της Μυκόνου στις 3 το πρωί. Το πρώτο μπάσο σκάει δυνατότερα από το κύμα. Το δεύτερο με κάνει να χάσω τη σειρά μου στο βιβλίο. Μέχρι το τρίτο, ξέρω ήδη απέξω ένα τραγούδι που δεν είχα καμία πρόθεση να γνωρίσω. Αναρωτιέμαι συχνά ποια ακριβώς έρευνα αγοράς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος που πληρώνει για να περάσει λίγες ώρες δίπλα στη θάλασσα επιθυμεί κατά βάθος ένα ατελείωτο ηλεκτρονικό ντουμ-ντουμ. Λες και το κύμα χρειάζεται remix για να αποκτήσει αξία. Αλλά, όχι. Κάπου εκεί, πίσω από την μπάρα, κάποιος είναι πεπεισμένος ότι χωρίς DJ set δεν θα καταλάβουμε πώς να περνάμε καλά.
Και δεν αναφέρομαι στις περιπτώσεις όπου άνθρωποι με μουσική παιδεία και αισθητική επιλέγουν προσεκτικά ήχους που δένουν με το τοπίο και σέβονται την ανάγκη του κόσμου να ξεκουραστεί. Μιλάω για εκείνες τις φορές που το ηχείο μοιάζει να βρίσκεται σε προσωπική διαμάχη με τη θάλασσα. Σαν να μην μπορεί να χωρέσει στο μυαλό κάποιων ότι ένας άνθρωπος που δούλεψε όλη την εβδομάδα, περιμένοντας με λαχτάρα μία μέρα δίπλα στη φύση, ίσως να αναζητά λίγη ησυχία.
Για αυτό, σε λίγο μάλλον θα πάρω τα βουνά! Κάνουμε Level Up!
Ρία Σπύρου
Ευτυχία, Ακούει;
Νεαρό ζευγάρι, θεωρώντας την οργανωμένη πλαζ ιδιωτική παραλία, λιάζεται στις ξαπλώστρες, φροντίζοντας να επιδεικνύει προφίλ και ανφάς το ακριβό μαγιό, τη φιρμάτη πετσέτα και τα λουσάτα αξεσουάρ θαλάσσης. Ας είναι, σκέφτομαι, και στρέφω το βλέμμα μου προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Όμως ο εξοπλισμός του ζεύγους δεν μου επιτρέπει να αφοσιωθώ στο βιβλιαράκι μου, ούτε να προσηλωθώ στο υπέροχο γαλάζιο της πολυαγαπημένης μου θάλασσας. Με το κινητό στο χέρι και στεντόρεια φωνή, εκείνος και εκείνη τηλεφωνούν εναλλάξ –ή και ταυτοχρόνως– σε συγγενείς και φίλους για να δηλώσουν πόσο υπέροχα περνούν στη Σύρο, την Τήνο, τη Μύκονο, την Ίο, τη Λέρο και όπου αλλού τους έφτασε το πλοίο της γραμμής. Στο μεταξύ, όταν κλείνουν τα τηλέφωνα, δεν ανταλλάσσουν ούτε λέξη· σχεδόν κοιτάζονται με μίσος.
Το σκηνικό, με μικρές παραλλαγές, το συναντώ κάθε χρόνο όπου κι αν βρεθώ. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν κατάλαβα –ούτε πρόκειται– γιατί κάποιοι πιστεύουν ότι, αν διαλαλούν και μάλιστα βροντόφωνα την ευτυχία τους, θα την αποκτήσουν στ’ αλήθεια. Σε χαμηλότερα ντεσιμπέλ δεν ακούει η ευτυχία;
Κυβέλη Χατζηζήση
Πλατσουρίσματα, Φωνές και Κλάματα
Κουτσούβελα. Μια εικόνα μου έρχεται στο μυαλό με αυτή τη λέξη και είναι τα πιτσιρίκια στις παραλίες. Με μόνο σκοπό να διαταράξουν την ενοχλητική ησυχία και γαλήνη που υπάρχει γύρω τους. Σίγουρα κάτι θα φταίει. Η άμμος είναι πολύ ψιλή ή πολύ χοντρή. Ή έχει χαλίκι. Ή η θάλασσα είναι κρύα. Ή τους πήρε ο φίλος τους ο Μένανδρος το κουβαδάκι. Ή πεινάνε ή διψάνε, ή και τα δύο.
Κι αυτό φυσικά πρέπει να το μάθουν όλοι οι λουόμενοι. Είτε με φωνές και κλάματα, είτε με πλατσουρίσματα που δημιουργούν τσουνάμι 5 μέτρων, είτε με μπάλες και άλλα αντικείμενα που θα προσγειωθούν σε ανύποπτους Άγγλους που ζουν το μύθο τους στη χώρα μας. Θα μου πει κάποιος: «εσύ δεν ήσουν παιδί»; Εγώ όμως με θυμάμαι ως παιδί να κάθομαι ήσυχος. Ή να πηγαίνω βαθιά, στις σημαδούρες, και να πλατσουρίζω εκεί. Τι φταίγανε οι έρμοι οι άλλοι. Θα μου πει κάποιος άλλος: «εμ, δε θα γίνεις πατερας»; Και θα του πω: «για καλό το λες»; Τα χειρότερα έρχονται.
Άντε, καλό μας καλοκαίρι.
Μανόλης Χρύσαλλος
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Robert McCabe: «Οι Εικόνες μου Αφηγούνται μια Ιστορία Δραματικής Αλλαγής»
