Η τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου φεύγει τελικά με έναν μεγάλο κρότο, ένα μεγάλο “μπανγκ” για τα μουσικά μας πράγματα, και όχι με έναν ήσυχο λυγμό, χάριν, κυρίως, στην κυκλοφορία του πρώτου ελληνόφωνου τραγουδιού της Μόνικα, την Στάλα. Η “Στάλα” έγινε θέμα συζήτησης σε όλες τις παρέες, μουσικόφιλες ή μη, που ένιωσαν ότι έπρεπε να πάρουν θέση όσον αφορά το τραγούδι. Άλλωστε, τα τελευταία χρόνια, ό,τι κι αν κάνει η Μόνικα στην καριέρα της, γίνεται θέμα παθιασμένων συζητήσεων.

Φέτος, κυρίως στα ψηφιακά μέσα, οι τοποθετήσεις όλων όσων δεν τους άρεσε το τραγούδι ξέφυγαν σε πάθος και σε χαρακτηρισμούς, πράγμα που ξάφνιασε αυτούς στους οποίους άρεσε (ναι, υπάρχουν και τέτοιοι, και είμαι ένας απ’ αυτούς), δημιουργώντας την αίσθηση ότι η κριτική δεν γίνεται πια για το συγκεκριμένο τραγούδι, αλλά για όλα τα υπόλοιπα!

Στιχουργικά, η Στάλα είναι απλή και καλοκαιρινή. Μέσα από λέξεις “κλειδιά” που έχουν ακουστεί σε χαρακτηριστικά  τραγούδια της δεκαετίας του ’60 (εκεί ψηλά στον ουρανό/την καρδιά μου παιδεύεις/τον έρωτά μας τραγουδούν/όλα τα λάθη/ματάκια/φιλάκια/ντουνιάς/καημός/μαέστρο ρίξε μια πενιά κ.λπ.), αποτίει φόρο τιμής σε μια ολόκληρη εποχή, στο ύφος της, στους έρωτές της και στα τραγούδια της.

Ένας πρόσθετος λόγος που εκτιμούμε και αγαπάμε τους καλλιτέχνες και τους δημιουργούς, είναι γιατί τους έχουμε παραχωρήσει το δικαίωμα να τολμούν και να κάνουν λάθη και για εμάς, γιατί με αυτό τον τρόπο μαθαίνουμε τον εαυτό μας.

Μουσικά και ερμηνευτικά, μοιάζει να είναι εκτός τονικότητας (αλλά με όλη αυτή την τεχνολογία που υπάρχει στα στούντιο, πιστεύει κανείς ότι αν ήθελε η Μόνικα, δεν θα μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε διόρθωση;), που για μένα είναι ένας υπέροχος τρόπος να κάνεις ελληνόφωνη ποπ, χωρίς να ακούγεσαι ξενέρωτος και χωρίς να θυμίζεις άλλους! Άλλωστε, πολλοί καλλιτέχνες στο εξωτερικό, όπως η Björk ή ο David Byrne, χρησιμοποιούν αυτή την τεχνική που η φωνή δεν πατάει ακριβώς στις νότες.

Πριν από ένα μήνα, ένα άλλο κορίτσι της αγγλόφωνης ποπ, η Μαριέττα Φαφούτη, ξάφνιασε και τάραξε τα νερά της εικόνας που έχουμε γι’ αυτήν και τη μουσική της, κυκλοφορώντας το Living for the Night, έναν ύμνο στη dance pop κουλτούρα της δεκαετίας του ’80, που και πάλι δεν έγινε εύκολα αποδεκτός από το κοινό της. Μου θύμισε όμως ότι ένας πρόσθετος λόγος που εκτιμούμε και αγαπάμε τους καλλιτέχνες και τους δημιουργούς, είναι γιατί τους έχουμε παραχωρήσει το δικαίωμα να τολμούν και να κάνουν λάθη και για εμάς, γιατί με αυτό τον τρόπο μαθαίνουμε τον εαυτό μας. Άλλωστε, τι θα ήμασταν χωρίς τα λάθη μας;

De gustibus et de coloribus non disputantum est, έλεγαν με την παροιμιώδη σοφία τους οι αρχαίοι Ρωμαίοι, κάτι που στα ελληνικά αποδώθηκε με ακόμη πιο λιτό τρόπο, με το περίφημο “περί ορέξεως…”. Ας το σεβαστούμε.

Καλό καλοκαίρι!

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
The Bright Side of the Road
The Bright Side of the Road

Ο Γιώργος Μουχταρίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963 και είναι δημοσιογράφος και μουσικός παραγωγός. Ξεκίνησε τη δημοσιογραφία από το περιοδικό Ήχος & Hi Fi το 1983, στο οποίο βρέθηκε για περίπου 10 χρόνια. Την περίοδο εκείνη ήταν κιθαρίστας, τραγουδιστής και συνθέτης στο συγκρότημα The Jay Walkers, που κυκλοφόρησε έναν δίσκο από την Virgin Records. Παράλληλα, συνεργάστηκε με τα περιοδικά Εικόνες και Επτάμιση και με την εκπομπή Ραδιοσυννεφούλα, του Τετάρτου Προγράμματος. Συνεργάστηκε επίσης με τα ραδιόφωνα Pop Fm και Ρυθμός της πρώτης περιόδου, ενώ από το 2003 έως το 2011 ήταν ο Διευθυντής Προγράμματος του Ραδιοφώνου Kosmos 93,6. Το Μάρτιο του 2011 βρέθηκε στον ραδιοφωνικό σταθμό Εν Λευκώ. Σήμερα είναι Διευθυντής Προγράμματος στον Pepper 96,6, ενώ από το μικρόφωνο του παρουσιάζει 10-1 κάθε πρωί την εκπομπή The Bright Side of the Road. Μοιράζεται μαζί μας τις μουσικές του επιλογές κάθε Παρασκευή, μέσα από τη στήλη με το ίδιο όνομα!

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER