Δύο γυναικοκτονίες. Δύο γυναίκες, στην κυριολεξία σφαγμένες. Με μίσος.
Μα πόσο μίσος οπλίζει αυτό το χέρι, πόση εκδίκηση; Τι ακριβώς οδηγεί τον φονιά να κατακρεουργήσει μια γυναίκα – και μάλιστα τη γυναίκα του; Πόσα ένστικτα, προβλήματα και βιώματα κρατημένα καλά στο σκοτάδι. Πόσα απωθημένα, συμπλέγματα και τραύματα που μεταφράζονται σε μια τυφλή ανάγκη επιβολής, οδηγώντας στην απόλυτη φρίκη.
Αυτά τα δύο βιβλία έχουν ως θέμα ακριβώς αυτό, την έμφυλη βία.
Η Αγέλη | Βίκυ Τσελεπίδου | Εκδόσεις Πατάκη

«Θα τη σκότωνε έτσι και αλλιώς, αυτό πιστεύω. Απλώς δεν δίστασε να το κάνει παρόλο που έμαθε, αν τελικά το έμαθε, ότι μπορεί και να ήταν έγκυος…».
Η Λυδία δεν ανασαίνει πια. Δεν βγάζει μιλιά. Τίποτα δεν πλανάται στον αέρα παρά μόνο η είδηση. Τη σκότωσε και τέρμα. Από τον δύσκολο και αυστηρό πατέρα της κατάφερε να ξεφύγει, βρήκε τρόπους. Από τον άντρα αυτόν, όχι. Και με την τελευταία της πνοή έκλεισε και το στόμα της. Άφησε τους άλλους να βγάλουν άκρη, να μιλήσουν, να υποθέσουν, να καταθέσουν, να υπονοήσουν, να ρίξουν βάρος και ευθύνη παντού, ακόμη και στον εαυτό τους, αλλά και να δικαιολογήσουν πολλές φορές.
Έτσι είναι ο κόσμος μας. Έτσι λειτουργεί. Δεν προνοεί, ούτε ενεργεί στην ώρα του. Πάντα κατόπιν εορτής θα βγει να πει ο καθένας «το κοντό του και το μακρύ του», την αποψάρα του, το γιατί και το διότι – και συχνά θα κατασπαράξει. Όταν όμως πρέπει να βγουν τα κάστανα από τη φωτιά, κανείς δεν τολμάει να βάλει το χέρι του να τα βγάλει… Τέτοιοι είμαστε.
«Δεν έχω δει άνθρωπο να τον πονάει έτσι ο έρωτας. Υπήρχαν φορές που δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Άκουγα την ανάσα του. […] “Ή αυτήν ή τίποτα”, έλεγε όταν κατόρθωνε να βρει τη φωνή του».
Άρρωστος έρωτας, υπερβολικός, στρατηγικός, κατακτητικός. Απογυμνωμένος από όλα όσα σημαίνει η αγάπη.
«Όταν με πήρε και μου είπε “τη σκότωσα”, δεν κατάλαβα […] αν όντως τελικά είπε “τη σκότωσα”».
Ποιος; Αυτός, ένας άνθρωπος εργατικός, δυναμικός, πανέξυπνος και… αποτελεσματικός σε κάθε του σχέδιο. Και τόσο ερωτευμένος – όλα στον υπερθετικό βαθμό. Αυτή η ένταση όμως αποδεικνύεται καταστροφική. Το τυφλό πάθος, η ανάγκη για επιβολή και η απολυτότητα γεννούν τη βία όταν η ανταπόκριση δεν είναι αυτή που χωρά στο κουτάκι των προσδοκιών του. Τότε, ο θύτης κατακρεουργεί το θύμα του, ανίκανος να το χαλιναγωγήσει ή να το κρατήσει δέσμιο.
Στην πράξη του φανερώνεται η εσωτερική του γύμνια: η μικρότητα, η διαστροφή, η ανικανότητα να υπάρξει χωρίς εξάρτηση. H ολοκληρωτική απουσία οποιουδήποτε συναισθήματος πέρα από τη δική του εγωκεντρική ανάγκη για κυριαρχία.
«Μπαινοβγαίναμε από σύννεφο σε σύννεφο όταν σε έσπρωξα κι έπεσα πάνω σου και σου σφάλισα με το ένα χέρι τα χείλη, όσο με το άλλο, κοιτάζοντάς σε στα μάτια, σου χάιδευα τον λείο λαιμό. Δεν είχες έναν οποιονδήποτε θάνατο, Λυδία, αλλά έναν θάνατο που άνοιξε το κλουβί της λήθης κι άφησε να πετάξει η ασημαντότητά σου, ρίγησε απ’ την άτσαλη κίνησή μου η λιμνούλα, μια δοκιμασία αντιλήθης είναι η ζωή […]».
Anima | Wajdi Mouawad | Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
Ο Γουάτς έρχεται αντιμέτωπος με τη φρίκη όταν βρίσκει την έγκυο γυναίκα του βιασμένη και σφαγμένη, με το θανάσιμο χτύπημα να σημαδεύει την κατακρεουργημένη της κοιλιά. Και τότε ξεκινά ένα ανελέητο κυνηγητό στα ίχνη του δολοφόνου. Η αστυνομία γνωρίζει την ταυτότητα του δράστη, όμως αδυνατεί να τον συλλάβει, καθώς προέρχεται από τη φυλή των Μοχόκ, που σημαίνει ότι προστατεύεται από καθεστώς ασύλου.
Η καταδίωξη μετατρέπεται γρήγορα σε έναν βαθύ σπαραγμό –ένα ταξίδι στα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής, της ιστορίας και της ίδιας της φύσης. Η αποτρόπαια σφαγή, πέρα από τον αβάσταχτο προσωπικό πόνο, ξυπνά στη μνήμη του Γουάτς το φάσμα μιας άλλης «διαβόητης σφαγής» που είχε συγκλονίσει τον τόπο του όταν ήταν ακόμα παιδί.
Σε αυτή την καταδίωξη, ο Γουάτς δεν είναι μόνος, τον επιτηρεί η φυλή των ζώων. Έντομα, ερπετά και τετράποδα μετατρέπονται σε μάρτυρες της πορείας και της καθημερινότητάς του. Βρίσκονται παντού, προικισμένα με φωνή και κρίση, έτοιμα να καταθέσουν τη δική τους αλήθεια. Παρατηρούν και σχολιάζουν τις ομοιότητες και τις διαφορές τους με το ανθρώπινο γένος, ξεγυμνώνοντας την ίδια την ανθρώπινη φύση.
Το οδοιπορικό του εκτείνεται από τη Βόρεια Αμερική μέχρι το Νέο Μεξικό, ένα πέρασμα μέσα από τη «Σκύλλα και τη Χάρυβδη». Η μνήμη του πλημμυρίζει από παλιές ιστορίες πολέμων και τραυμάτων – σφαγές Ινδιάνων, σφαγές Παλαιστινίων, μια ατέρμονη αλυσίδα βίας.
Αυτή η κατάδυση στα βάθη της ψυχής του αποδεικνύεται αβάσταχτα επώδυνη. Μέσα στον πόνο του, ανακαλεί την αρχέγονη, κοινή γλώσσα· εκείνη που μιλούσαν άνθρωποι και ζώα σε μιαν άλλη εποχή, όταν όλα συμβίωναν αρμονικά στη γη. Στο τέλος αυτής της διαδρομής, θα φτάσει στον προορισμό που του υπέδειξαν, έχοντας πάντα στο κατόπι του τον φοβερό σκύλο, τον Μέισον Ντίξον Λάιν.
Ένα βιβλίο-οδοιπορικό, μια βίαιη διαδρομή στα μονοπάτια της μνήμης, της αγριότητας, της φύσης, της καταγωγής και της γλώσσας.
- Τη μετάφραση υπογράφει ο Νίκος Κούρκουλος.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Από τον Zola στον Coetzee: Η Ηθική της Κατηγορίας και της Ατίμωσης