Σιγά σιγά, σταματήσαμε να τρώμε μαζί. Σε μια εποχή που κερδίζουμε χρόνο χάρη στην τεχνολογία, χάνουμε μια από τις σημαντικότερες καθημερινές συνήθειες που κρατούσαν τους ανθρώπους πραγματικά κοντά.
Υπάρχουν αλλαγές που συμβαίνουν τόσο αργά ώστε σχεδόν δεν τις αντιλαμβανόμαστε. Κι όμως, αλλάζουν θεμελιωδώς τον τρόπο που ζούμε. Μία από αυτές ίσως είναι η σταδιακή εξαφάνιση του κοινού γεύματος. Προσέξτε: όχι του φαγητού. Του οικογενειακού τραπεζιού.
Σήμερα τρώμε περισσότερο από ποτέ εκτός σπιτιού –και το απολαμβάνουμε!–, παραγγέλνουμε με ένα κλικ –πόσο μεγάλη ευκολία σε σχέση με τις τηλεφωνικές παραγγελίες άλλων εποχών!– έχουμε πρόσβαση σε κουζίνες από κάθε γωνιά του κόσμου και γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τη διατροφή μας απ’ ό,τι ήξεραν οι προηγούμενες γενιές.
Κι όμως, την ίδια στιγμή, το να καθίσουν τέσσερις άνθρωποι στο ίδιο τραπέζι, την ίδια ώρα, χωρίς βιασύνη και χωρίς ο καθένας να κοιτάζει μια διαφορετική οθόνη, είναι πια σπάνιο.
Μπορεί να φταίει το γεγονός ότι αντιμετωπίζουμε πια το ίδιο το γεύμα διαφορετικά. Όχι ως μια στιγμή της ημέρας που αξίζει να «κατοικηθεί», αλλά ως κάτι που πρέπει να ολοκληρωθεί συνοπτικά, για να συνεχίσουμε στην επόμενη υποχρέωση. Το φαγητό εκλαμβάνεται ως καύσιμο. Το delivery ισοδυναμεί με εξοικονόμηση χρόνου. Το μεσημεριανό είναι ένα δεκάλεπτο ανάμεσα σε δύο meetings. Και το βραδινό κάτι που καταναλώνεται παθητικά συνοδεία Netflix. Κι αν η οικογένεια δεν συμφωνεί στο τι θα παρακολουθήσει σήμερα το βράδυ, τι πιο εύκολο: καθένας στο δωμάτιό του με μια οθόνη και το πιάτο του μπροστά.
Βέβαια, για χιλιάδες χρόνια, το τραπέζι δεν αποτελούσε μόνο σημείο… θερμιδικού εφοδιασμού. Ήταν ίσως μια από τις πιο υποτιμημένες κοινωνικές τεχνολογίες που εφηύρε ποτέ ο άνθρωπος.
Το τραπέζι ήταν μια καθημερινή, ανεπαίσθητη σχολή του να ζεις με άλλους.
Τι Έκανε στ’ Αλήθεια το Τραπέζι
Το τραπέζι τεχνολογία; Εύλογα αναρωτιέστε ποια ήταν η λειτουργία της. Η απάντηση είναι ότι το τραπέζι έκανε αθόρυβα πολλά πράγματα ταυτόχρονα.
Συγχρόνιζε ανθρώπους. Επέβαλλε έναν κοινό χρόνο και έναν κοινό τόπο – κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν εξωτικό, τη στιγμή που ο καθένας στο σπίτι τρώει σε διαφορετική ώρα, μπροστά σε διαφορετική οθόνη. Επέβαλλε επίσης έναν ρυθμό: το κοινό γεύμα δεν επιταχύνεται εύκολα. Σε ανάγκαζε να καθίσεις, να μείνεις, να περιμένεις τον άλλο να τελειώσει.
Ήταν, ακόμη, ο τόπος όπου περνούσαν πράγματα που δεν διδάσκονται πουθενά αλλιώς. Η γλώσσα. Οι ειδήσεις της ημέρας. Οι τρόποι. Οι ιστορίες των παππούδων. Εκεί τα παιδιά μάθαιναν να ακούν, να περιμένουν τη σειρά τους, να διαφωνούν χωρίς να σηκώνονται και να φεύγουν. Το τραπέζι ήταν μια καθημερινή, ανεπαίσθητη σχολή του να ζεις με άλλους. Όχι δίχως τριβή. Αλλά ως όντα που καθίστανται κοινωνικά –αντί για μοναχικά– μέσα από αυτήν, ακριβώς, την τριβή.
Το να Μοιράζεσαι Ψωμί
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι σχεδόν κάθε πολιτισμός έχτισε τελετουργίες γύρω από το κοινό φαγητό.
Ο ελληνικός πολιτισμός ταυτίστηκε με το μακρύ τραπέζι. Με το κυριακάτικο μεσημέρι που κρατάει ώρες. Με τη γιαγιά που γεμίζει το πιάτο σου τρεις φορές χωρίς να ρωτήσει. Με το «πού πας, κάτσε να φας».
Στα αγγλικά λένε breaking bread – να σπάσεις το ψωμί με κάποιον. Είναι μια έκφραση που σημαίνει πολύ περισσότερα από το να φας μαζί του· σημαίνει να συμφιλιωθείς, να εμπιστευτείς, να γίνεις οικείος. Η ίδια η λέξη σύντροφος (companion) κρύβει μέσα της το ψωμί: από το λατινικό cum pane, «αυτός με τον οποίο μοιράζεσαι το ψωμί».
Οι ανθρωπολόγοι έχουν ένα όνομα γι’ αυτό – commensality, η συντροφική βρώση. Και το θεωρούν σχεδόν θεμελιώδες στοιχείο του πώς οι άνθρωποι ορίζουν τη συγγένεια και χτίζουν την εμπιστοσύνη. Από το άζυμο ψωμί του εβραϊκού Πάσχα μέχρι το κοινό πιάτο της αραβικής φιλοξενίας, από το ιαπωνικό μοίρασμα του ρυζιού μέχρι το ψωμί και το αλάτι της σλαβικής υποδοχής, η λογική είναι ίδια: το να σου ανοίξω το τραπέζι μου σημαίνει ότι σε εμπιστεύομαι. Το να φάμε από το ίδιο πιάτο είναι μια μικρή, καθημερινή υπόσχεση ειρήνης.
Αυτό είναι το κρυφό λογισμικό του τραπεζιού. Δεν τρεφόμασταν απλώς: δηλώναμε ποιοι είμαστε ο ένας για τον άλλο.
Έχουμε μάθει να εφαρμόζουμε τη λογική της παραγωγικότητας ακόμη και στις στιγμές της ανάπαυλας. Το γεύμα έγινε «νεκρός χρόνος» – άλλο ένα πράγμα που πρέπει να βελτιστοποιηθεί, να συντομευτεί, να γίνει αποδοτικό.
Χωρίς Νοσταλγία, με Στοιχεία
Θα ήταν εύκολο, στο σημείο αυτό, το κείμενο να γίνει ένας θρήνος για ένα ένδοξο, χαμένο παρελθόν. Αλλά το οικογενειακό τραπέζι δεν ήταν ποτέ ειδυλλιακό. Ήταν και τόπος έντασης. Υποχρεωτικής παρουσίας. Σιωπών που έκρυβαν περισσότερα απ’ όσα χίλιες συζητήσεις. Για πολλούς, το τραπέζι ήταν εκεί όπου ασκούνταν η εξουσία του σπιτιού, όχι όπου χτιζόταν η οικειότητα. Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε για να υπερασπιστούμε την αξία της ανθρώπινης αυτής συνήθειας.
Γι’ αυτό και έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον η έρευνα των τελευταίων δεκαετιών που δείχνει κάτι αξιοσημείωτο: το κοινό τραπέζι αφήνει μετρήσιμα ίχνη.
Μια μετα-ανάλυση των Hammons και Fiese, που συγκέντρωσε δεδομένα από περισσότερα από 180.000 παιδιά και εφήβους, βρήκε ότι όσα μοιράζονταν οικογενειακά γεύματα τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα είχαν καλύτερη ποιότητα διατροφής και χαμηλότερες πιθανότητες παχυσαρκίας από εκείνα που σπάνια έτρωγαν μαζί με τους δικούς τους. Δεν επρόκειτο, δηλαδή, μόνο για το τι έτρωγαν – αλλά για το αν κάθονταν μαζί.
Και για να μην αποδοθεί αυτό απλώς σε ζήτημα εισοδήματος, μια μεταγενέστερη μετα-ανάλυση (Dallacker και συνεργάτες), που εξέτασε 57 μελέτες και πάνω από 200.000 συμμετέχοντες, διαπίστωσε ότι η σχέση ανάμεσα στα συχνά οικογενειακά γεύματα και την καλύτερη διατροφική υγεία κρατούσε σταθερά – σε διαφορετικές χώρες και σε διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές ομάδες. Το τραπέζι, με άλλα λόγια, ωφελεί ανεξάρτητα από το τι ακριβώς υπάρχει πάνω του.
Ο Χρόνος που Χάσαμε και ο Χρόνος που Κερδίσαμε
Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι χάνεται όταν το οικογενειακό τραπέζι εκλείπει – αλλά τι παίρνει τη θέση του.
Συνήθως, η οθόνη. Το νέο κέντρο βάρους του γεύματος δεν είναι πια το πρόσωπο απέναντι, αλλά η συσκευή στο χέρι. Στρεφόμαστε προς αυτήν, όχι προς τον άλλο. Και το πιο εύγλωττο σημάδι είναι ένα φαινόμενο που μεγαλώνει: άνθρωποι που τρώνε «μαζί» με βίντεο, με streamers, με μια φωνή που μιλάει σ’ ένα κανάλι – αναζητώντας την αίσθηση της παρέας χωρίς τον κόπο της παρέας. Αυτό, παραδόξως, είναι και λίγο ελπιδοφόρο. Γιατί δείχνει ότι η ανάγκη δεν εξαφανίστηκε. Απλώς της βρήκαμε ένα φθηνό, μαζικό υποκατάστατο.
Υπάρχει και μια διάσταση που σπάνια λέγεται: το αργό γεύμα είναι, εν μέρει, πολυτέλεια. Ποιος έχει τον χρόνο, τα ωράρια, τους ανθρώπους γύρω στο τραπέζι; Δεν είναι το ίδιο εύκολο για όλους. Και αυτό αξίζει να το παραδεχτούμε, αντί να μετατρέψουμε το κοινό γεύμα σε ηθικό καθήκον. Τα ωράρια έγιναν πιο άτακτα και πιο μακριά. Στις περισσότερες οικογένειες δουλεύουν και οι δύο γονείς. Τα προγράμματα των παιδιών κατακερματίστηκαν σε δραστηριότητες, μετακινήσεις, υποχρεώσεις. Η οικονομία της παράδοσης έκανε το να μη μαγειρέψεις φθηνότερο, σε χρόνο, από το να μαγειρέψεις.
Είναι εύκολο να ρίξουμε το φταίξιμο στην έλλειψη χρόνου, αλλά αυτό είναι μισή απάντηση. Γιατί κάτω από όλα αυτά υπάρχει και μια αλλαγή νοοτροπίας. Έχουμε μάθει να εφαρμόζουμε τη λογική της παραγωγικότητας ακόμη και στις στιγμές της ανάπαυλας. Το γεύμα έγινε «νεκρός χρόνος» – άλλο ένα πράγμα που πρέπει να βελτιστοποιηθεί, να συντομευτεί, να γίνει αποδοτικό. Και ό,τι αντιμετωπίζεις ως νεκρό χρόνο, αργά ή γρήγορα το θυσιάζεις.
Λύσαμε τόσα πολλά. Έχουμε πρόσβαση σε κάθε υλικό, σε κάθε συνταγή, σε κάθε κόλπο που κάνει το μαγείρεμα γρηγορότερο. Βελτιστοποιήσαμε σχεδόν κάθε βήμα της διαδικασίας. Κερδίσαμε χρόνο που οι προηγούμενες γενιές δεν είχαν ποτέ. Το ερώτημα είναι τι θα τον κάνουμε.
Γιατί ίσως αυτός ακριβώς ο κερδισμένος χρόνος να είναι που μπορεί να επιστραφεί στο τραπέζι. Τριάντα λεπτά την ημέρα. Τα κινητά αφημένα σε ένα καλαθάκι στο διπλανό δωμάτιο. Και τέσσερις άνθρωποι που κάθονται, την ίδια ώρα, και απλώς απολαμβάνουν ένα γεύμα με τους δικούς τους.
Δεν είναι μεγάλη επανάσταση. Είναι μια μικρή, καθημερινή επιλογή. Αλλά σε έναν κόσμο που μετράει τα πάντα σε αποδοτικότητα, το να καθίσεις χωρίς βιασύνη σε ένα τραπέζι αρχίζει να μοιάζει σχεδόν με πράξη αντίστασης. Το τραπέζι δεν χρειάζεται να πεθάνει. Χρειάζεται απλώς να αποφασίσουμε ότι αξίζει να το κατοικήσουμε ξανά.
Το Lidl House Athens στη Στοά Αρσακείου λειτουργεί ως ένα ανοιχτό «σπίτι» γύρω από το φαγητό – όχι ως σημείο κατανάλωσης, αλλά ως τόπος συνάντησης.
Ένας Χώρος που Ξαναφέρνει το Τραπέζι στο Επίκεντρο
Σε μια πόλη που προσπαθεί να ξαναβρεί τον κοινό της ρυθμό, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η άφιξη του Lidl House Athens στη Στοά Αρσακείου. Ο χώρος αυτός λειτουργεί ως ένα ανοιχτό «σπίτι» γύρω από το φαγητό – όχι ως σημείο κατανάλωσης, αλλά ως τόπος συνάντησης.
Μέσα από εργαστήρια μαγειρικής, γευσιγνωσίες, masterclasses, δράσεις για παιδιά και συζητήσεις γύρω από τη βιωσιμότητα και τις πρώτες ύλες, το Lidl House επιχειρεί να φέρει ξανά τους ανθρώπους κοντά στη γνώση που κρύβεται πίσω από τη γεύση – αλλά και κοντά μεταξύ τους. Η εποχικότητα, η μηδενική σπατάλη τροφίμων και η σύνδεση με πιο συνειδητές επιλογές διατρέχουν πολλές από τις δράσεις του, με τον resident chef Δήμο Μπαλόπουλο να δίνει έμφαση στην καθαρότητα των γεύσεων και στην κατανόηση του ίδιου του υλικού. Η συμμετοχή σε όλες τις δράσεις παρέχεται δωρεάν.
Τέτοιου είδους χώροι αναγνωρίζουν κάτι βαθύτερο για την εποχή μας: πως το να κάτσουμε ξανά γύρω από ένα τραπέζι δεν είναι δεδομένο, αλλά κάτι που ίσως χρειαστεί να το ξαναμάθουμε – μαζί.
Και μαζί με τη συνειδητοποίηση ότι η πραγματική πολυτέλεια σήμερα δεν βρίσκεται στο εξωτικό ή στο σπάνιο. Βρίσκεται στην ικανότητα να καθίσεις, χωρίς βιασύνη και χωρίς οθόνη, σε ένα τραπέζι με τους δικούς σου ανθρώπους – και να το κατοικήσεις ξανά.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Η Διατροφική Παιδεία ως Soft Power
#BraveNewGastronomy: Το Mέλλον της Eλληνικής Γαστρονομίας
Sensory Literacy: Πώς η Αισθητηριακή Επιστήμη Αλλάζει το Μέλλον της Διατροφής