Όταν το «Παράσημο» της UNESCO Γίνεται… Βάρος

Κατάλογος Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς UNESCO

Η σφραγίδα της UNESCO θεωρείται η υψηλότερη διεθνής αναγνώριση για ένα μνημείο ή ένα τοπίο. Συνοδεύεται από κύρος, προβολή και προστασία. Άραγε, γίνεται ένας τίτλος-παράσημο να μετατρέπεται, κάποιες φορές, σε βάρος;

Ο Κατάλογος Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO εγκαινιάστηκε το 1978 με μόλις 12 μνημεία. Σήμερα περιλαμβάνει 1.248.

Η ένταξη δεν αφορά απλώς μέρη που είναι όμορφα ή ιστορικά σημαντικά. Κάθε υποψηφιότητα συνοδεύεται από έναν φάκελο, στον οποίο η χώρα πρέπει να αποδείξει ότι το μνημείο έχει «Εξέχουσα Οικουμενική Αξία», δηλαδή ότι η σημασία του ξεπερνά τα εθνικά σύνορα και αφορά ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Παράλληλα, πρέπει να τεκμηριώσει ότι το μνημείο διατηρεί την αυθεντικότητα και την ακεραιότητά του και, κυρίως, να παρουσιάσει ένα αξιόπιστο σχέδιο για την προστασία και τη διαχείρισή του τις επόμενες δεκαετίες – το πιο κρίσιμο σημείο, οι εξετάσεις στις οποίες κόβονται οι περισσότερες υποψηφιότητες.

Η προετοιμασία ενός τέτοιου φακέλου απαιτεί συνήθως χρόνια δουλειάς, τη συνεργασία δεκάδων επιστημόνων και τη δέσμευση ότι θα υπάρχουν οι πόροι για τη διατήρηση του μνημείου. Γι’ αυτό και κάθε νέα ένταξη αντιμετωπίζεται ως εθνική επιτυχία.

Ο τίτλος της UNESCO λειτουργεί σαν ένα διεθνές παράσημο, μια πιστοποίηση της αξίας του. Λειτουργεί επίσης σαν ένας μεγάλος προβολέας που κάνει το μνημείο ορατό. Ποια χώρα δεν θα ήθελε να περιλαμβάνονται τα μνημεία της, είτε πολιτιστικά είτε φυσικά, σε αυτό το πανόραμα ομορφιάς του πλανήτη μας;

Κι όμως, υπάρχουν κοινότητες που θα προτιμούσαν να μην το έχουν ποτέ αποκτήσει.

Ύψιστη Τιμή Αλλά και… «Κατάρα»

Ενώ η ένταξη στη λίστα θεωρείται ύψιστη τιμή και μαγνήτης χρηματοδοτήσεων, σήμερα ορισμένες περιοχές και κοινότητες θέλουν να εξαιρεθούν από αυτή, κυρίως γιατί η «σφραγίδα» της UNESCO είτε γιατί προσελκύει πολλές φορές ανεξέλεγκτο και μη βιώσιμο τουρισμό είτε γιατί επιβάλλει αυστηρούς περιορισμούς που περιορίζουν τη ζωή των κατοίκων. Για ορισμένα μέρη, η αναγνώριση από την UNESCO έχει μετατραπεί, όπως υποστηρίζουν οι κάτοικοι, σε «κατάρα».

Μια χαρακτηριστική περίπτωση πραγματικής «μάχης» αποχαρακτηρισμού αφορά τη Συμμαχία Διεθνούς Αλληλεγγύης των Μασάι (MISA) στην Τανζανία, που ζητά επίσημα την αφαίρεση από τον κατάλογο της Προστατευόμενης Περιοχής Νγκορονγκόρο. Υποστηρίζουν ότι ο διεθνής τίτλος προστασίας χρησιμοποιείται ως δικαιολογία από την κυβέρνηση για να εκδιώξει τους ιθαγενείς πληθυσμούς από τα πατρογονικά εδάφη βόσκησης.

Το Λίβερπουλ ήδη το έχει καταφέρει. Η UNESCO του αφαίρεσε τον τίτλο λόγω της μεγάλης οικιστικής ανάπτυξης (στο λιμάνι, αλλά και με έργα όπως το νέο γήπεδο της Έβερτον). Ο επικεφαλής πολιτισμού της πόλης δήλωσε, ωστόσο, ότι η αφαίρεση είχε μηδενικό αντίκτυπο στον τουρισμό και ότι τα κριτήρια της UNESCO είναι συχνά άδικα για τις πόλεις.

Στη Δρέσδη οι κάτοικοι και οι τοπικές αρχές επέλεξαν συνειδητά να χτίσουν μια σύγχρονη γέφυρα τεσσάρων λωρίδων για να λύσουν το κυκλοφοριακό πρόβλημα της πόλης, γνωρίζοντας ότι αυτό θα οδηγούσε στην οριστική διαγραφή τους από την UNESCO. Προτίμησαν, ωστόσο, να υπηρετήσουν την ποιότητα ζωής των πολιτών και όχι τον διεθνή τίτλο.️

Και στις τρεις περιπτώσεις, οι τοπικές κοινωνίες αντιδρούν όχι στον τίτλο, αλλά σε αυτό που επιβάλλει ο τίτλος της UNESCO. Στη ζυγαριά μπαίνουν, από τη μια, τα οφέλη, όπως οι χρηματοδοτήσεις, τα έσοδα από τον τουρισμό και η προστασία του μνημείου, και, από την άλλη, η διατήρηση και η αναβάθμιση του τρόπου ζωής των ανθρώπων.

Η «Μουσειοποίηση» Βλάπτει Σοβαρά την Καθημερινότητα των Κατοίκων

«Υπάρχουν πολλές πιθανές συνέπειες από την ένταξη ενός τόπου στον κατάλογο της UNESCO. Ωστόσο, ένα αποτέλεσμα που θεωρείται βέβαιο είναι η αύξηση της επισκεψιμότητας», αναφέρει ο Greg Richards, ερευνητής που μελετά τον πολιτιστικό τουρισμό και το φαινόμενο του υπερτουρισμού. Κάτι που δημιουργεί πρόβλημα σε μια ζωτική κοινότητα, όπου οι κάτοικοι εξακολουθούν να ζουν και να εργάζονται.

Όπως στη Βενετία, έναν από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα υπερτουρισμού στην Ευρώπη, όπου ολοένα και περισσότεροι μόνιμοι κάτοικοι εγκαταλείπουν την πόλη. Ή στο Λιτζιάνγκ της Κίνας, όπου η τουριστική κίνηση αυξήθηκε κατακόρυφα μετά την αναγνώρισή του από την UNESCO το 1997, μετατρέποντας τμήματα του ιστορικού κέντρου σε περιοχές γεμάτες ξενώνες και καταστήματα με τουριστικά είδη, αλλοιώνοντας –σύμφωνα με ερευνητές και κατοίκους– τον αυθεντικό χαρακτήρα της τοπικής ζωής.

Το ίδιο συμβαίνει και στο Μαρακές ή στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου, όπου η καθημερινότητα των λιγοστών μόνιμων κατοίκων που απέμειναν εντός των τειχών είναι εξαιρετικά δύσκολη. Τα παραδοσιακά καταστήματα (φούρνοι, παντοπωλεία κ.ά.) που εξυπηρετούσαν τη γειτονιά αντικαταστάθηκαν από τουριστικά μαγαζιά, οι τιμές των ακινήτων εκτινάχθηκαν, οι θόρυβοι το καλοκαίρι είναι ανυπόφοροι και η πόλη τον χειμώνα «νεκρώνει», θυμίζοντας άδειο θεματικό πάρκο.

Στην Παλιά Πόλη της Κέρκυρας, η έκρηξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων έχει αλλάξει δραματικά την κοινωνική σύνθεση της πόλης. Οι κάτοικοι, οι φοιτητές και οι δημόσιοι υπάλληλοι δυσκολεύονται πλέον να βρουν σπίτι για να νοικιάσουν και οι υποδομές (ύδρευση, αποχέτευση, αποκομιδή σκουπιδιών) φτάνουν στα όριά τους κάθε καλοκαίρι, κάνοντας τη ζωή των ντόπιων ανυπόφορη.

Αλλά και οι γειτονιές γύρω από την Ακρόπολη, όπως η Πλάκα, το Κουκάκι και το Ψυρρή, έχουν χάσει τον χαρακτήρα της παλιάς αθηναϊκής γειτονιάς. Η κατοικία υποχωρεί μπροστά στα boutique ξενοδοχεία και τα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης και οι περιοχές μετατρέπονται σε «τουριστική φούσκα» όπου οι δημόσιοι χώροι καταλαμβάνονται από τραπεζοκαθίσματα.

Τα Ζαγοροχώρια

Όταν το 2023 εντάχθηκαν στον κατάλογο τα Ζαγοροχώρια, υπήρξε μεγάλος προβληματισμός και τέθηκε ένα στοίχημα. Πολλοί φοβήθηκαν ότι η σφραγίδα της UNESCO θα φέρει μαζικό τουρισμό, που θα καταστρέψει την ηρεμία και την αυθεντικότητα των χωριών. Οι New York Times παρουσίασαν το Ζαγόρι ως το «αντίδοτο» στον υπερτουρισμό των παραθαλάσσιων περιοχών, οικονομικό, ιδανικό για πεζοπορία και ηρεμία.

Η Ελλάδα είχε προσπαθήσει και στο παρελθόν να εντάξει το Ζαγόρι ως «φυσικό μνημείο» (λόγω του Βίκου). Ο φάκελος απορριπτόταν, εωσότου επανασχεδιάστηκε για να αναδείξει και την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με το περιβάλλον, όπως η αρχιτεκτονική. Και προς ενίσχυση της μοναδικότητας του τόπου, οι δημιουργοί του φακέλου συμπεριέλαβαν και τη ζωντανή παράδοση του τόπου.

Η UNESCO ενέκρινε τελικά την υποψηφιότητα επειδή ο φάκελος συνοδευόταν και από ένα αυστηρό Στρατηγικό Σχέδιο Βιώσιμης Ανάπτυξης. Η Ελλάδα δεσμεύεται να διατηρήσει αλώβητη την αρχιτεκτονική και να ελέγχει την τουριστική ανάπτυξη, ώστε τα χωριά να μη μετατραπούν σε «τουριστικές βιτρίνες».

Ωστόσο, η ανάπτυξη του τουρισμού έφερε και παρατυπίες,καθώς και διαμαρτυρίες, ενώ δικαστικές διαμάχες βρίσκονται σε εξέλιξη, χωρίζοντας πολλές φορές τους κατοίκους ανάμεσα σε αυτούς που θεωρούν την οικονομική ανάπτυξη απαραίτητη για τη βιωσιμότητα του του τόπου και σε εκείνους που υποστηρίζουν ότι χάνεται η ταυτότητά του.

Η ένταξη των χωριών της Ηπείρου στον Κατάλογο της UNESCO ήταν, πράγματι, μια νίκη. Άλλη μία θα είναι αν καταφέρουμε ως χώρα, ως περιφέρεια, ως τοπική κοινωνία να τα προστατεύσουμε, ώστε να αναπτυχθούν με όρους ήπιου και εναλλακτικού τουρισμού.

Η UNESCO Αλλάζει;

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος –και δικαίως– ότι δεν είναι μόνο τα μνημεία της UNESCO που προκαλούν το φαινόμενο του υπερτουρισμού στον πλανήτη μας. Ωστόσο, ο τίτλος δίνει συχνά το πράσινο φως ώστε άγνωστα ή μερικώς γνωστά μνημεία μέχρι χθες, απροετοίμαστα πολλές φορές, να δεχτούν ορθές τουριστών.

Όμως, η UNESCO, αν και μπορεί να αξιολογήσει αν ένα μνημείο ή ένα οικοσύστημα προστατεύεται επαρκώς, να εντάξει μια περιοχή που βρίσκεται «σε κίνδυνο» εξαιτίας παραγόντων όπως οι ένοπλες συγκρούσεις, η κλιματική αλλαγή ή η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη, να απαιτήσει τη λήψη μέτρων προστασίας ή, σε σπάνιες περιπτώσεις, να αφαιρέσει εντελώς τον χαρακτηρισμό, δεν έχει τη δυνατότητα να χαρακτηρίσει μια περιοχή ότι βρίσκεται «σε κίνδυνο» εξαιτίας του υπερτουρισμού που ενδέχεται να προκλήθηκε από την ίδια την ένταξή της στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς.

Σήμερα, ωστόσο, κρίνεται σημαντική εκτός από την προστασία των μνημείων και η προστασία των ανθρώπων που ζουν γύρω του. Το αν η πόλη πέριξ αυτού αδειάζει, γίνεται σκηνικό αποκλειστικά για επισκέπτες.

Αναγνωρίζοντας το πρόβλημα, η UNESCO εφαρμόζει από το 2011 το World Heritage and Sustainable Tourism Programme, το οποίο αντιμετωπίζει τον τουρισμό όχι ως αυτοσκοπό αλλά ως εργαλείο που πρέπει να υπηρετεί ταυτόχρονα την προστασία της κληρονομιάς και την ευημερία των τοπικών κοινωνιών.

Όλο και περισσότερο γίνεται αποδεκτό ότι η επιτυχία ενός Μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς θα πρέπει να μετριέται και από δείκτες όπως η ποιότητα ζωής των μόνιμων κατοίκων, η δυνατότητα εύρεσης κατοικίας, η διατήρηση των τοπικών επιχειρήσεων και η ανθεκτικότητα της κοινότητας απέναντι στον υπερτουρισμό.

Σε αυτό βοηθά και η τεχνολογία, με ψηφιακά συστήματα παρακολούθησης επισκεψιμότητας, αισθητήρες, ανάλυση δεδομένων κινητικότητας και εφαρμογές κρατήσεων με χρονοθυρίδες (timed entry), που επιτρέπουν πλέον τη διαχείριση των ροών σε πραγματικό χρόνο. Η ίδια η UNESCO επενδύει σε εργαλεία αξιολόγησης της διαχείρισης επισκεπτών και προωθεί τη χρήση δεδομένων για τη λήψη αποφάσεων, αντί για παρεμβάσεις όταν το πρόβλημα έχει ήδη ξεφύγει από τον έλεγχο.

Τα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς είναι αυτό που εξηγεί ο ίδιος ο τίτλος τους, μια κληρονομιά για όλους μας. Αρκεί, τόσο ως οικοδεσπότες όσο και ως επισκέπτες να συνειδητοποιούμε πως το «παράσημο» της UNESCO αποκτά πραγματική αξία μόνο όταν ο τόπος που το φέρει συνεχίζει να είναι τόπος όπου αξίζει να ζεις και όχι μόνο να ταξιδεύεις.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ: 

Πώς η Νότια Κορέα Έκανε τον Πολιτισμό Βαριά Βιομηχανία

#BraveNewCities: Αστική Ανάπλαση και το Μέλλον των Πόλεων

Οι Πόλεις που Σχεδιάζουν Γυναίκες

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

H Δέσποινα Ράμμου διορθώνει και επιμελείται τα κείμενα της αθηΝΕΑς. Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως διευθύντρια σύνταξης στην παιδική έκδοση της Καθημερινής, «Οι Ερευνητές Πάνε Παντού», και ως αρχισυντάκτρια στο περιοδικό GEO. Έχει συνεργαστεί ως επιμελήτρια κειμένων με περιοδικά και εκδοτικούς οίκους. Θεωρεί πως οι ωραίες ιστορίες αξίζει να ειπωθούν τόσο στα παιδιά όσο και στους μεγάλους.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε πρωί!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+